cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


Το πανηγύρι τής Τουρλιανής εκείνο τον καιρό
2702 αναγνώστες
Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014
08:55

Οι Μυκονιάτες φημιζόντανε τότες [εννοεί στην τελευταία εικοσαετία τού 19ου αιώνα] για την ιδιαίτερη αγάπη τους προς το νησί τους. Μια από τις πλέον αγαπημένες εποχές, που ο κάθε λαχταρούσε τον τόπο του, από όπου κι αν βρισκότανε, ήταν το Δεκαπενταύγουστο τής Παναγιάς. […]

Από τα μέσα Ιουλίου πολλοί, συν γυναιξί και τέκνοις, μετακομίζανε στα υποστατικά τους στην Άνω Μερά,1 αφού προετοιμάζανε όσα τούς χρειάζονταν και πρώτα-πρώτα τ’ ανακατερό παξιμάδι. Ερχότανε τότε κάποιο πρωί ο κόλληκας με τα γαϊδουράκια του, εις τα οποία αφού εφόρτωναν τα δισάκια, τα στόλιζαν με πεύκια και χράμια αναλόγως τού καβαλάρη και κινούσε το καραβάνι. Θυμάμαι ότι ο πολύς κόσμος κοιμόντανε ακόμα όταν το καραβάνι έφθανε στού Μπεντάρα το μύλο, που δέσποζε τής Χώρας2 και τού πελάγους πέρα για πέρα. Πρωί-πρωί το πανόραμα ήταν μαγευτικό. Έβλεπα από τα καπούλια τού γαϊδάρου που καθόμουν -γιατί δεν είχα ακόμη τα προσόντα για ξεχωριστό γάϊδαρο με μαχαραγιάδικα στρωσίδια- έβλεπα τη θάλασσα, που ήταν ένας καθρέφτης και εμέτρησα έως δεκαπέντε ανεμομύλους με επικεφαλής τον Καστριανό,3 έτοιμους με πρώτη πνοή ανέμου να πάρουν δρόμο. Οι φούρνοι ακόμη δεν εκάπνιζαν εκτός από κάπου-κάπου καμιά φουγού. Οι μαούνες μ’ αρκετούς εργάτες ετραβούσαν για τη μεγάλη και μικρή μηχανή να φορτώσουν πέτρες, για να αποτελειώσουν το μόλο. Μια τράτα πήγαινε να καλάρει βορνά. Στην πρύμη της ολόρθος εξεχώριζε ο γερο-Αθυμαρίτης βαστώντας με το ένα χέρι το τιμόνι και με τ’ άλλο το τσιμπούκι του, ενώ κάποιος καλλίφωνος έδινε το σύνθημα ν’ αλάρουν «μία ούλοι». 

[…]

Στον Κόρφο ήταν δυο καράβια αραμένα. Στην παλιά σκάλα ετοιμαζότανε η μπελού τού Ταμπακάκια για τη Σύρα και ακουότανε η φωνή τού Κατίνη και τού Γιανέλη τού Ποδιά. Το σερνίκι τού Καφέ είχε καβαζάρει τον Καστριανό Μύλο και πήγαινε με τα κουπιά στις Δήλες. Είχαμε ανέβει πια στού Καμπάνη τα βουιδοκέλλια, π’ αρχινά ο ίσιος δρόμος. Οι γαϊδάροι τότε ετάχυναν το βήμα τους κάπως και τα ωραία τοπία διαδεχόντανε το ένα τ’ άλλο.

[…]

Ο ήλιος άρχισε να ξαπλώνει, όταν είμεθα στη θέση που ανέκαθεν οι γαϊδάροι κάνουν το ψιλό τους νερό. Στο Βαθύ Λαγκάδι πλιά οι μαυρομάτες και οι λιμοί έπαψαν να κελαηδούν στις σ’κιές. Άρχισεν η ζέστη, αν και ο ήλιος δεν ήτο ψηλά. Εβούιζαν τώρα τα ζούμπερα τού καλοκαιριού μέσα στις δράφες τού Λαγκαδιού. Ο κόλληκας εκεί εσταυροκοπήθηνε και άκουσα να διηγείται ότι «ο Καπετάνιος τού Λαγκαδιού -έξω απ’ εδώ και μακριά- επήρε τη φωνή ενός από τη Φτελιά και μιας κοπέλας τής μάδησε τα μαλλιά της, και τώρα, κρίμας την κοπέλα, μοιάζει τού Πολυδοντά!».4

Στο ύψωμα τού δρόμου εφάνηκε η Φτελιά και η θάλασσα και αντίκρυ το Παλιόκαστρο. Στ’ αμπέλια τα σταφύλια και τα σύκα φαινόντανε ώριμα και πολύ προκλητικά. Σε λίγο στο γύρισμα τού δρόμου εφάνηκε το Μοναστήρι τής Τουρλιανής5 και τα σταυροκοπήματα δεν είχαν τέλος. […] Συνεχίσαμε το δρόμο τής Μαούς και σε λίγο εφθάσαμε στο χωριό μας. Φρεσκασβεστωμένο, όπως και το ερμοκκλήσι του, με τις γύρω-τριγύρω στούς τοίχους σ’κιές, ξινοσ’κιές, ρουιδιές και κυδωνιές και με δυο αγριελιές στα πλάγια.

--[…]--

Όταν ο ήλιος έγειρε καλά κατά τη δύση, επήγαμε στο Μοναστήρι, όπου ο τότε αείμνηστος ηγούμενος Βερτόπουλος μάς περιποιήθη, όπως έκαμε ανεξαιρέτως για όλους. Η τάξις κι η καθαριότης τού Μοναστηριού επί τής ηγουμενίας του άφησε εποχή. Εκείνον τον καιρό, εκτός των καλογήρων εύρισκαν άσυλο εκεί αρκετοί άποροι γέροι και μερικού ψυχοπαθείς, γι’ αυτό χωριανοί και χωραΐτες συχνά αφιέρωναν χρήματα και κτήματα, από τα οποία αποτελέσθηκε η περιουσία τού Μοναστηριού.   

[…]

Μετά τον εσπερινό καθημερινώς ο κόσμος συναθροιζότανε στα αλώνια, όπου εστήνετο τρικούβερτος χορός με σαμπούνες και σουβριάλια που ’παιζαν τα κοπέλια τού Μοναστηριού, και αργά επέστρεφαν στα χωριά με τραγούδια και εστρώνοντο με το λύχνο στο δείπνο, αποτελούμενο ως επί το πλείστον από ρύζι με ντομάτα, ιμάμ-μπαϊλντί, λουβιά σκορδαλιά, μαγειρεμένα με φωτιά από βουιδιές, συκόκλαδα και κλήματα, που των έδιναν ιδιαίτερη νοστιμάδα· αν εσυνοριζόσουν μάλιστα το παξιμάδι με την παλιά μυζήθρα, μα θα μπορούσες να έτρωγες ακατάπαυστα χωρίς να βαρεθείς!

Με οποιονδήποτε καιρό εκαθόσουν τα βράδια στην πεζούλα τού χωριού. Ήταν απόλαυση. Την ησυχία διέκοπτε μόνο κανένας αργοπορημένος καβαλάρης με το τραγούδι του, που από το τρέμουλο τής φωνής του εκαταλάβαινες αν τρέχει ο γάϊδαρος ή πηγαίνει σιγά. Από κάπου μακριά, πάντα κάθε βράδυ, έπαιζαν την ασκαθαριά, μελωδία που την εμπνέει το χωριό. Έτσι ετελείωναν οι μέρες. Το πρωΐ, παρ’ όλο τον μακάριο ύπνο, στο μπαντάρι εσηκώνονταν όλοι νωρίς με τα κελαηδήματα των πουλιών, που εις όλους τούς τόνους εξυμνούσαν την ανατολή τού ηλίου πάνω στις σ’κιές. Αφού έκανες την τουαλέτα σου με κρύο νερό τού πηγαδιού έξω στην πεζούλα, άρχιζες από την ξινοσ’κιά, έκανες το γύρο τ’ αμπελιού και κατέληγες ύστερ’ από μια ώρα στην ίδια πεζούλα, όπου έπινες τον καφέ σου.

Μέρα με την ημέρα καταφτάνανε από τη Χώρα νέα καραβάνια. Στ’ αλώνια τα βράδια πλήθος κόσμος. Από την ημέρα του Σωτήρος Χριστού άρχιζε το πανηγύρι. Οι κατωχωραΐτες ταβερναραίοι έστηναν γύρω στην πλατεία καλύβες από δράφες, πρόχειρα ταβερνοκαφενεία. Στη Χώρα πλιά δεν έμειναν παρά όσοι για κάποιο λόγο δεν πανηγύριζαν. Την παραμονή τής εορτής ερχότανε και βαπόρι με ξένους προσκυνητές. Τού Μοναστηριού τα κελλιά ήταν όλα έτσι γεμάτα, όσο και τα ιδιωτικά χωριά που εδέχονταν τούς φίλους των.

[…]

Στον περίβολο τής Μονής πηγαινοερχόντανε άλλοι για να προσκυνήσουν τη Μεγαλόχαρη και άλλοι για να καθίσουν στην κάμαρα να βλέπουν τις στολισμένες, που ήταν όλες σα να επρόκειτο περί εκλογής “Μίσσας”. Στην παραγκαιριά τού Μοναστηριού είχαν δέσει όλους τούς γαϊδάρους τού νησιού και εχαλούσαν εκεί τον κόσμο με τις ερωτοτροπίες τους. Στα καμπαναριά τα πρωτοπαλίκαρα τής σμαρίδας προ πολλού επερίμεναν το σύνθημα για να σημάνουν. Την κάτω-κάτω, τη μεγάλη καμπάνα, τη βαστούσε ο καλόγηρος ο Τέλος. Από την αίθουσα τής υποδοχής που καθότανε ο Ηγούμενος με τούς προύχοντες δεν άργησε να δοθεί το σύνθημα. Όταν άρχισαν να σημαίνουν όλες αλά Κρεμλίνο τής Μόσχας, αν ήσουν σε κανένα ύψωμα, θα ’βλεπες τον παντού διασκορπισμένο κόσμο με μεγάλη ευλάβεια να σταυροκοπιέται και γυναίκες και γυναίκες να βγαίνουν από τα χωριά να θυμιαίνουν και από κάθε σημείο να σπεύδουν στον εσπερινό, ο οποίος ετελείτο με τη μεγαλύτερη δυνατή επισημότητα και με τούς καλύτερους ψάλτες τής εποχής.[…]

Μετά τον εσπερινόν, ο κόσμος επήγαινε στην πλατεία όπου γύρω-τριγύρω ήταν τα κέντρα και στη μέση τ’ αλώνια όπου εγίνοντο οι χοροί. Άρχιζαν με περίπατο για να καταλήξουν ο καθένας και καθεμιά με την παρέα του, οι μεν νέοι στο χορό, οι δε θιασώται τού Βάκχου στα ταβερνεία να κουτσοπιούν με νηστήσιμο μεζέ, όπως το καλούσε η μέρα. […] Στην αντικρινή ταβέρνα ο Βασίλης ο Καμπούρας με την καΐντα του εσκόρπιζε ένα μελωδικό παστοράλε, που οι μεγάλοι συνθέται πολεμούν να μιμηθούν, αλλά το γνήσιον και το συναρπαστικό, επί τέλους το νατουράλε, είναι αυτό που παίζει ο Βασίλης, που το σπούδασε στα βουνά που ’βοσκε τ’ αρνιά. Μα και τούς μυκονιάτικους χορούς για να τούς χορέψεις καλά στ’ αλώνι, με τζαζ-μπαντ δε θα μπορέσεις. Η σαμπούνα με το ντουμπί είναι το καταλληλότερο όργανο, αλλά και να την παίζει το Βιζυράκι με τον Γιώρη τον Καρύδη, που ξέρει να μεταδίδει στο χορευτή τον ιδικό του ενθουσιασμό.

--[…]--

Στο Μοναστήρι έκαναν παράκληση. Η εκκλησία ήτο γεμάτη. Ο Κρίνος στο μαγειρειό εμοίραζε βραστά φασούλια, ψωμάκια και σύκα ξερά και έπαιρναν όλοι, διότι ήταν νοστιμότατα. Υπό το φως τής σελήνης στ’ αλώνια εγλεντούσε ο κόσμος, μέχρις ότου εσήμαναν λειτουργία, η οποία ετελέσθη με την ίδια μεγαλοπρέπεια· πολυκοσμία ίδια, όπως και στον εσπερινό.

Το πρωί, κατόπιν κάποιας διακοπής, άρχιζαν πάλι οι χοροί και στις ταβέρνες το φαγοπότι με πασχαλιανούς πια μεζέδες έως το μεσημέρι, οπότε ο κόσμος άρχιζε ν’ αραιώνει. Άλλοι τώρα επέστρεφαν για τη Χώρα και άλλοι για τα χωριά τους. Το βράδυ συνέχισαν τούς χορούς με τις σαμπούνες. Ο Μισαφίρης6 έφυγε κι αυτός για τη Χώρα, όπου θα ’παιζε σε κάποιο γάμο· βλέπετε τότες εγίνοντο συχνά γάμοι, δεν ήτο σπάνιο γεγονός όπως τώρα.

Από τις ταβέρνες είχε μείνει σε δουλειά ακόμη τού Μαλαματένιου, όπου μια παρέα χάριν τής ημέρας εθυσίαζαν στο Βάκχο από προχθές. Για τρίτη φορά εχόρευαν τον Αράπικο με την καΐντα ο Θοδωρής, ο Ντούμπας και ο Μπίρος, και τούς εθαύμαζεν η εναπομείνασα σμαρίδα. Περαστικός από ’κει και ο μαστρο-Λιοντής ο Χαρκιάς εξεδήλωσε την ευαρέσκειά του κράζοντας σαν πετεινός, όπως εσυνήθιζε όταν ήτο στο κέφι. Τον προσκαλέσαν η παρέα και ο ίδιος έβγαλε από τη ζώνη του ένα αθότυρο και ενίσχυσε το μεζέ. Ξαναγεμίσανε τότε τα ποτήρια και “άσπρο μπάτο” είπαν όλοι μια καρδιά και το ρούφηξαν σα να ήταν το πρώτο. Ο Μαλαματένιος ήξευρε καλά ότι αυτή η παρέα θα πανηγυρίζει μέχρι τελευταίας σταγόνας τού βαρελιού.

Μέρα με την ημέρα, με ολιγότερο κόσμο, συνεχίζονταν τα γλέντια έως τα Νιάμερα,7 το τέλος τού πανηγυριού. Ποιος φανταζότανε τότες ότι ύστερα από πενήντα χρόνια θ’ αλλάξουν τα πάντα στο νησί, όπως τα βλέπομε τώρα.

Γλωσσάρι

αλάρω: τραβώ κουπί

ασκαθαριά: βουκολικός σκοπός που παίζεται με το σουβριάλι· είδος κλήματος

βορνά: βορινά

βουϊδιές: σβουνιές, τα ξερά περιττώματα των αγελάδων που χρησιμοποιούνταν ως καύσιμη ύλη

βουϊδοκέλλι: κελλί (=μικρό σπίτι) για βόδια

δράφη: πικροδάφνη

ζούμπερα: βλαβερά έντομα, ζωΰφια, χρυσόμυγες, κουνούπια

καΐντα: βλ. σαμπούνα

καλάρω: μαζεύω τα δίχτυα

κελιά: τα δωμάτια των μοναστηριών που διέμεναν οι μοναχοί (αλλά και οι επισκέπτες των μοναστηριών) 

κόλληκας: κολίγος

λιμός: μικρό πουλάκι που πιάνεται στα ξώβεργα

λουβιά: αμπελοφάσουλα

μαυρομάτα: είδος πουλιού, κεφαλάς

μπαντάρι: πατάρι

μπελού: μονοκάταρτο ιστιοφόρο με τραπεζοειδές πανί

ντουμπί: χειροποίητο κρουστό (σαν μικρό τούμπανο) που κρατά τον ρυθμό στην σαμπούνα

παραγκαιριά: χέρσο χωράφι, συνήθως άγονο

πασχαλιανά φαγητά: μη νηστήσιμα φαγητά

πεύκια: ακριβά χαλιά

πλιά: πιά

σ’κιές: συκιές

σαμπούνα: τσαμπούνα, άσκαυλος

σμαρίδα: μαρίδα, πλήθος παιδιών

σουβριάλι: σουράβλι, αυλός

φουγού: φουφού, πήλινο σκεύος για ψήσιμο καφέ ή φαγητών

χωριό: η αγροτική κατοικία, το υποστατικό

 

Επεξηγήσεις

1. Άνω Μερά: η κατ’ εξοχήν αγροτική περιοχή τής Μυκόνου που περιλαμβάνει και το μεγαλύτερο τμήμα τού νότιου μέρους τού νησιού. Πέρα από τον κεντρικό οικισμό της η υπόλοιπη έκτασή της είναι διάσπαρτη με πολλές αγροικίες (“χωριά”).  

2. Χώρα: η πρωτεύουσα τού νησιού. Οι κάτοικοί της αποκαλούνταν χωραΐτες ή και κατωμερίτες.

3. Καστριανός Μύλος: δεν υπάρχουν ούτε τα θεμέλιά του σήμερα. Ήταν σχεδόν σύρριζα στη θάλασσα, δυτικά από το σημερινό Λαογραφικό Μουσείο.

4. Πολυδοντάς: χαρακτηριστικός τύπος τού νησιού. Δεν είχε ούτε ένα δόντι.

5. Μοναστήρι: η μονή τής Παναγίας τής Τουρλιανής (στο κέντρο τής Άνω Μεράς) αλλά και η ευρύτερη περιοχή γύρω από την μονή, κοινωνικό κέντρο τής Άνω Μεράς.

6. Μισαφίρης: ονομαστός βιολιστής τής εποχής.

7. Νιάμερα: τα εννιάμερα τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, ημέρα που γιορτάζει το Μοναστήρι τής Τουρλιανής.   

 

Το παραπάνω κείμενο προέρχεται από το θαυμάσιο βιβλίο Όρτσ’ αλά μπάντα –έκδοση Ινδίκτου και Δήμου Μυκονίων σε επιμέλεια Παν. Κουσαθανά- και είναι αναπαραγωγή από το αρχικό κείμενο τού Ιωάννη Κονσολόπουλου (1867-1957) που είχε δημοσιευθεί στο 16ο φύλλο τής εφημερίδας «Μυκονιάτικα Χρονικά», στις 19 Αυγούστου 1934.

 

Καλό καλοκαίρι σε όλους…. 

http://www.youtube.com/watch?v=2ISjDi205UM#t=18

http://www.youtube.com/watch?v=_HMMFhH5Rs8

http://www.youtube.com/watch?v=uSnb-DkX7ng

 

 

 

 

Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
3 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις