cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


Τελικά χρεοκόπησε η Αργεντινή, ή ακόμη; (μέρος 2ο)
2768 αναγνώστες
Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014
08:54

Συνέχεια από το προηγούμενο

Διάγραμμα: α) συναλλαγματικά αποθέματα (κόκκινες μπάρες) και σχέση πέσο-δολαρίου β) Άμεσες Ξένες Επενδύσεις γ) Πληθωρισμός (το 20000% το 1990 δεν είναι λάθος!)

ΤΟ ΤΕΛΟΣ(;) ΤΟΥ (ΚΕΫΝΣΙΑΝΟΥ) ΘΑΥΜΑΤΟΣ – περίοδος IIβ

Από το 2003 μέχρι το 2011 -εκτός τού 2009- η μεγέθυνση τού ΑΕΠ τής Αργεντινής ήταν σημαντικότατη. Το 2012 όμως η μεγέθυνση τού ΑΕΠ περιορίστηκε σημαντικά ενώ το 2013 ανέκαμψε ελαφρά (σε ποσοστά +2,2% και +3,46% αντιστοίχως).

Οι λόγοι τής μείωσης τού ρυθμού μεγέθυνσης τού ΑΕΠ, από τη μεριά τής ζήτησης:

-από το 3ο και κυρίως από το 4ο τρίμηνο τού 2011, εμφανίζεται σημαντική μείωση των επενδύσεων που μετατρέπεται σε αποεπένδυση το 2012, και στο πρώτο εξάμηνο τού 2013

- το 2012 μειώνεται η ιδιωτική κατανάλωση

- η θετική συμμετοχή των καθαρών εξαγωγών μειώνεται πολύ το δεύτερο εξάμηνο τού 2009, για να μετατραπεί σε αρνητική από το 2010.

Είναι προφανές ότι σε περιόδους μείωσης τής διεθνούς ζήτησης και των τιμών οι αναπτυσσόμενες οικονομίες που στηρίζονται στις εξαγωγές μπορεί να αντιμετωπίσουν έντονα προβλήματα στην εξασφάλιση συναλλάγματος. Και η Αργεντινή είναι μια τέτοια περίπτωση.

Στο διάστημα 2003-08 το δημοσιονομικό ισοζύγιο ήταν θετικό και το δημόσιο χρέος ως ποσοστό τού ΑΕΠ μειωνόταν σταθερά. Από το 2009 όμως το δημοσιονομικό ισοζύγιο έγινε αρνητικό και το δημόσιο χρέος (ως ποσοστό τού ΑΕΠ) σταμάτησε να ελαττώνεται και σταθεροποιήθηκε (2013: 47,4% τού ΑΕΠ). Τα τελευταία χρόνια ο Προϋπολογισμός επιβαρύνθηκε αρκετά από το κόστος των επιδοτήσεων

«καθώς το πρόγραμμα [των επιδοτήσεων] επεκτάθηκε και διευρύνθηκε ποσοτικά και χρονικά, συμμετέχοντας στη δημιουργία τού δημοσιονομικού ελλείμματος από το 2006.

Το ύψος των επιχορηγήσεων αυξήθηκε από 1,6 δισ. το 2005 σε 18,1 δισ. δολάρια το 2011 ή 4% τού ΑΕΠ. Το 56% πήγε στην επιχορηγήσεις ενέργειας, το 30,05% στις δημόσιες μεταφορές, και στις άλλες δημόσιες υπηρεσίες το 14%».3

Στο ίδιο διάστημα

«παρατηρείται αύξηση τού αριθμού των εργαζομένων και των συνταξιούχων τού δημοσίου τομέα καθώς και όσων περιλαμβάνονται σε κοινωνικά προγράμματα τού δημοσίου, από 5,3 εκατομμύρια άτομα το 2001 (14,4% τού συνολικού πληθυσμού) σε 13,2 εκατομμύρια το 2011 (32,2% τού συνολικού πληθυσμού)».3

Για να χρηματοδοτήσει την οικονομία η κυβέρνηση έριξε το βάρος τής φορολογίας κυρίως στα πιο εύπορα στρώματα (δεσμεύοντας ακόμη και τούς πόρους των ιδιωτικών ασφαλιστικών Ταμείων), άντλησε χρήμα από την αύξηση των εξαγωγών (κάτι που εδώ και τρία χρόνια δεν αποδίδει αφού τα έσοδα από τις εξαγωγές επηρεάζονται αρνητικά από την διεθνή οικονομική κρίση), προχώρησε σε δανεισμό από την Κεντρική Τράπεζα (μια και εξωτερικός δανεισμός είναι αδύνατος) και επέκτεινε την προσφορά χρήματος τροφοδοτώντας, όμως έτσι, τον πληθωρισμό.

Συνοπτικά, μετά το 2008 (και την κρίση που ξέσπασε με αφορμή τα subprime δάνεια των Τραπεζών των ΗΠΑ):

- Η μεγέθυνση τού ΑΕΠ συνεχίζεται αλλά με πολύ χαμηλότερους ρυθμούς πλέον.

- Εμφανίζονται, έστω και μικρά, πρωτογενή ελλείμματα.

- Μειώνονται τα έσοδα από εξαγωγές προϊόντων.

- Ελαττώνονται τα συναλλαγματικά διαθέσιμα και πέφτει η αξία τού πέσο σε σχέση με το δολάριο.

- Η (πραγματική) αγοραστική δύναμη των  μισθών ελαττώνεται (μέσω τού αυξανόμενου πληθωρισμού -ανεπίσημα το 2013 ήταν 28% και επίσημα 11%).

- Εξαιτίας τού υψηλού πληθωρισμού δημιουργείται αστάθεια στην εσωτερική αγορά.

- Δημιουργούνται προβλήματα στην ανταγωνιστικότητα τής βιομηχανικής παραγωγής και μειώνονται οι επενδύσεις.

ΓΙΑΤΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΩΝ ΧΩΡΩΝ;

Με αφορμή την επιδεινούμενη κατάσταση τής αργεντίνικης οικονομίας καθώς και την μεγάλη υποτίμηση τού πέσο από την αρχή τού χρόνου οι εκπρόσωποι των αγορών βρήκαν την ευκαιρία να επιτεθούν στην πολιτική τής κυβέρνησης Κίρχνερ:  

«Η διαπραγμάτευση των συμβάσεων ανταλλαγής που ασφαλίζουν τα ομόλογα έναντι κινδύνου αθέτησης πληρωμής εμφανίζει πιθανότητα χρεοκοπίας 79% σε βάθος πενταετίας. Ο Diego Ferro, επικεφαλής επενδύσεων τής Greylock Capital, προβλέπει τραπεζικό πανικό, υπερπληθωρισμό και ραγδαία συρρίκνωση των αποθεμάτων έως το 2015 εάν η κυβέρνηση δεν αλλάξει τις πολιτικές της».

Ο (αυτοπροσδιοριζόμενος ως μαρξιστής) οικονομολόγος Κ. Λαπαβίτσας δίνει μια ερμηνεία για την αιτία τής φυγής κεφαλαίων από τις αναπτυσσόμενες χώρες και ειδικότερα από την Αργεντινή: 

«[…]Η ένταση που από μήνες έχει συσσωρευτεί στις διεθνείς συναλλαγές των αναπτυσσομένων χωρών φαίνεται ότι οδηγεί σε νέα συναλλαγματική και χρηματοπιστωτική κρίση, τής οποίας η Αργεντινή ίσως αποδειχθεί ο καταλύτης. Οι κεντρικές τράπεζες τής Ινδίας και τής Νότιας Αφρικής ήδη ανέβασαν τα επιτόκια για να προστατεύσουν τα νομίσματά τους. Εκεί όμως που τα πράγματα πηγαίνουν ταχέως προς κρίση είναι η Τουρκία, όπου η κεντρική τράπεζα την Τρίτη εκτόξευσε το επιτόκιο των ρέπος από 4,5% σε 10% και το επιτόκιο τού βραχυπρόθεσμου δανεισμού από 7,75% σε 12% σε μια προσπάθεια να σταματήσει την καθίζηση τής λίρας.

Οι αναπτυσσόμενες χώρες ωθούνται σε κρίση για μια ακόμη φορά λόγω τής δομής τού διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και το ρόλου των ΗΠΑ σ’ αυτό.[…]

Η γιγαντιαία κρίση τού 2007-09 έπληξε μεν τις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά το βάρος έπεσε στις χώρες τού ώριμου καπιταλισμού και κυρίως στις ΗΠΑ. Για την αντιμετώπιση τής κρίσης κινητοποιήθηκαν οι κεντρικές τράπεζες, οι οποίες για περίπου τέσσερα χρόνια δημιούργησαν τεράστια ποσά ρευστότητας με στόχο τη διάσωση των τραπεζών και την αποτροπή βαθιάς ύφεσης.[…] Η κρατική αυτή στήριξη είναι και ο κύριος λόγος ανάκαμψης τού αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος μετά την κρίση τού 2007-09 που σχεδόν έφερε την ολική του καταστροφή.

Μέρος τού πάμφθηνου χρήματος, όπως ήταν φυσικό, κατέληξε στις αγορές των αναπτυσσομένων χωρών. Οι ροές κεφαλαίων ανέκαμψαν δυναμικά μετά το 2009 και οι αναπτυσσόμενες χώρες βρέθηκαν ξανά να έχουν στη διάθεσή τους μεγάλη ρευστότητα από το εξωτερικό. Όταν το χρήμα είναι φθηνό, αυτός που το δανείζεται δε δίνει ιδιαίτερη σημασία στο που θα το επενδύσει.[…] Αλλά η ιδέα ότι οι χώρες αυτές αποτελούν σίγουρη και προσοδοφόρα επένδυση για το φθηνό χρήμα από τις ΗΠΑ και αλλού είναι φυσικά μύθος. Οι αναπτυξιακοί τους ρυθμοί εξαρτώνται από εξωγενείς παράγοντες, ο κυριότερος των οποίων είναι η κινεζική ζήτηση. Από το 2012 και μετά οι επιδόσεις πολλών αναπτυσσομένων χωρών είναι κάτω τού μετρίου, καθώς υποχωρεί η ανάπτυξη τής Κίνας. Η προβληματικοί ρυθμοί ανάπτυξης δημιουργούν κίνδυνο βίαιης αντιστροφής των εισροών ξένων κεφαλαίων γεννώντας κρίση. Η ανακοίνωση τής αμερικανικής κεντρικής τράπεζας το Δεκέμβριο τού 2013 ότι πλέον θα περιορίσει τη δημιουργία υπερβολικά φθηνού χρήματος, επέτεινε την ανησυχία για εμφάνιση νέας παγκόσμιας κρίσης που ίσως χαρακτηριστεί από κατάρρευση των ισοτιμιών και εμφάνιση ύφεσης. Αυτό ήταν το κλίμα μέσα στο οποίο η Αργεντινή υποτίμησε το πέσο δραστικά γιγαντώνοντας την αναταραχή στις αγορές συναλλάγματος των αναπτυσσομένων χωρών.

Το παράδοξο είναι ότι οι παράγοντες που καθόρισαν την απόφαση τής Αργεντινής μικρή σχέση έχουν με αυτούς που επηρεάζουν την πορεία των υπολοίπων αναπτυσσομένων χωρών. Τα χρόνια που πέρασαν η Αργεντινή δεν είχε σημαντικές εισροές ξένου κεφαλαίου. Πως θα μπορούσε άλλωστε, αφού το 2001 έκανε παύση πληρωμών και μετά δραστική διαγραφή τού χρέους της; […]

Το πρόβλημα τής χώρας δεν είναι λοιπόν η αντιστροφή των διεθνών κεφαλαιακών ροών, αλλά η μεγάλη έξοδος εγχώριου κεφαλαίου. Εδώ τα πράγματα γίνονται πολύπλοκα και χρειάζεται προσοχή. Το πρώτο που πρέπει να λεχθεί είναι ότι η εξέλιξη αυτή δεν είναι αποτέλεσμα τής παύσης πληρωμών τού 2001, όπως βιάστηκαν να πουν με τη γνωστή τους χαιρεκακία οι μνημονιακοί κύκλοι στην Ελλάδα. Είναι γνωστό εξάλλου ότι από το 2010 και μετά δεν έχει υπάρξει ευκαιρία να ειπωθεί κάτι κακό για την Αργεντινή που να έχει αφεθεί ανεκμετάλλευτη από τούς μνημονιακούς. Η επωδός είναι πάντα η ίδια: ευτυχώς που δεχθήκαμε την Τρόικα και δεν κάναμε τού κεφαλιού μας, όπως  η Αργεντινή. Ουδεμία σχέση έχει όμως αυτή η αποστροφή με την πραγματικότητα. Μετά την παύση πληρωμών και τη βαθιά κρίση τού 2002, η Αργεντινή γνώρισε την πιο επιτυχημένη δεκαετία ανάπτυξης στην ιστορία της που συγκρίνεται μόνο με την Κίνα.

Ο μοχλός ανάκαμψης ήταν η ανάκτηση τής εγχώριας αγοράς, αλλά και η έντονη άνοδος των εξαγωγών. Κι εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Οι εξαγωγές τής Αργεντινής ήταν το 2013 κατά 60% βασισμένες στο αγροτικό τομέα που κυριαρχείται από μεγάλα επιχειρηματικά συγκροτήματα. Οι εισαγωγές, από την άλλη, είναι κατά 80% προϊόντα τού δευτερογενούς τομέα. Η χώρα έχει παρουσιάσει μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα συνεχώς από το 2003, αλλά τα πλεόνασμα φθίνει, ιδίως το τελευταίο διάστημα. Ο λόγος φαίνεται να είναι η απομείωση τής ανταγωνιστικότητας των αγροτικών προϊόντων λόγω τής ανόδου τού πληθωρισμού που πλέον είναι πάνω από 20%. Τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, ως εκ τούτου, πιέζουν από καιρό για μέτρα περιορισμού τού πληθωρισμού. Παράλληλα, δεν προχωρούν σε ρευστοποίηση εξαγωγών σόγιας που έχουν ήδη συμφωνηθεί -ύψους 4δισ.- αλλά προτιμούν να περιμένουν κερδοσκοπώντας με την προοπτική τής υποτίμησης

Τα αγροτικά συμφέροντα σε συμμαχία με το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο που επιδιώκει την “εξομάλυνση” τού χρέους και τη επιστροφή τής χώρας στις “φυσιολογικές” δραστηριότητες των παγκοσμίων αγορών, έχουν σταδιακά δημιουργήσει συνθήκες πολιτικής αναταραχής, με μοχλό την άνοδο τού πληθωρισμού την τελευταία διετία. Το αποτέλεσμα είναι έντονη κοινωνική ανησυχία ότι η χώρα κινδυνεύει με κατάρρευση, πράγμα που οδηγεί σε διαρροή κεφαλαίων και άρα σε μεγάλη απώλεια συναλλαγματικών αποθεμάτων. Από περίπου 50δισ. δολάρια προ διετίας, τα αποθέματα έχουν πέσει κάτω από 30δισ. σήμερα. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η Αργεντινή συνεχίζει να κάνει πληρωμές στο χρέος της από τα αποθέματά της. Δεδομένου ότι η χώρα δεν έχει πρόσβαση στις αγορές, η ανησυχία τής κοινωνίας συντείνει στην εμφάνιση κρίσης.

[…]

Δυστυχώς δεν υπάρχουν ακόμη ενδείξεις ότι θα καταφέρουν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις πιέσεις και κινούμενοι ριζοσπαστικά. Η υποτίμηση που πρόσφατα ανακοινώθηκε, όπως και η μερική άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, αποτελούν υποχώρηση που δεν πρόκειται να λύσει το εγχώριο πρόβλημα».7

Η κάμψη τής οικονομίας την τελευταία τριετία είναι το ένα δεδομένο. Η εξαγωγή συναλλάγματος, η μείωση των συναλλαγματικών αποθεμάτων, η πτώση τής τιμής τού πέσο και ο πληθωρισμός είναι το άλλο δεδομένο. Αλλά η εικόνα αυτή απέχει πολύ από το να ταυτίζεται με σκηνές χρεοκοπίας –τουλάχιστον για την ώρα. Ο εφιάλτης τής νεοφιλελεύθερης “μεταρρύθμισης” είναι ακόμη πολύ ζωντανός στην συλλογική συνείδηση για να επιτρέψει την επιστροφή σε πολιτικές τού πρόσφατου παρελθόντος. Απόδειξη ότι το κόμμα τής Κίρχνερ κυβερνά αδιαλείπτως μια δωδεκαετία και η δυσαρέσκεια από τις νέες δυσκολίες ανέβασαν το εκλογικό ποσοστό τού FIT (την αργεντίνικη ΑΝΤΑΡΣΥΑ) σε κάτι παραπάνω από 5%.

Η ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Η εναλλακτική μαρξιστική οπτική –όπως την έχουμε περιγράψει εδώ- ερμηνεύει τις οικονομικές κρίσεις ως απότομες και βίαιες διακοπές τής ομαλής αναπαραγωγής τού συστήματος, δλδ τής συσσώρευσης τού κεφαλαίου. Τα ατομικά κεφάλαια πιεζόμενα από την φυσική τους τάση να ανταγωνίζονται αλλά και τον άναρχο χαρακτήρα τού ανταγωνισμού αυτού αργά ή γρήγορα ξεπερνούν τα όρια ασφαλείας τού συστήματος. Όταν συσσωρευθεί κεφάλαιο περισσότερο από ότι μπορεί να επενδυθεί αποδοτικά προκαλείται “κρίση υπερσυσσώρευσης”. Για να ξεπεραστεί η κρίση πρέπει να καταστραφούν ή/και να απαξιωθούν μεγάλες ποσότητες κεφαλαίου ώστε τα κεφάλαια που θα επιβιώσουν να ξεκινήσουν τον επενδυτικό τους κύκλο με μεγαλύτερες προσδοκίες κέρδους.

Η άποψη αυτή θεωρεί ότι η κρίση υπερσυσσώρευσης οφείλεται αφενός στην πτώση τού μέσου ποσοστού κέρδους (ΜΠΚ) εξαιτίας τής ανόδου τής “οργανικής σύνθεσης τού κεφαλαίου” (ΟΣΚ = κεφάλαιο/μισθοί) και αφετέρου στην αδυναμία κατανάλωσης τής εργατικής τάξης.

Στην περίπτωση τής Αργεντινής η αύξηση τής ΟΣΚ και η πτώση τού ΜΠΚ φαίνεται καθαρά μέχρι το 1981, έτος που αρχίζει η μακροχρόνια οικονομική ταλαιπωρία της.

Η περίοδος Iα, κατά την οποία εμφανίζεται μια κάποια βελτίωση των οικονομικών στοιχείων, χαρακτηρίζεται –καθόλου τυχαία- από μια αύξηση τού ΜΠΚ που οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην ένταση τής εκμετάλλευσης, τού “ποσοστού υπεραξίας” (ΠΥπ). Στην επόμενη περίοδο (Iβ) το ΜΠΚ πέφτει κατακόρυφα και καταλήγει στην κατάρρευση τού 2001-02. Οι οικονομολόγοι G. Carchedi και M. Roberts καταλήγουν στο συμπέρασμα πως όχι μόνο η οικονομική πορεία τής Αργεντινής επιβεβαιώνει την συσχέτιση κρίσης – πτωτικής τάσης τού ΜΠΚ αλλά προχωρούν ακόμη περισσότερο: ισχυρίζονται πως η βελτίωση τής οικονομίας τής (κεϋνσιανής) περιόδου IIα δεν οφείλεται στις κεϋνσιανές πολιτικές αλλά στην καταστροφή κεφαλαίου η οποία προκλήθηκε από τις «μνημονιακές» πολιτικές που είχαν εφαρμοστεί τα προηγούμενα χρόνια από το ΔΝΤ και την κυβέρνηση Μένεμ. Με τα δικά τους λόγια:

«What, then, revived the Argentine economy? First, the devaluation of the peso stimulated import substitution by the better-equipped domestic firms. A very significant portion of traditional local producers disappeared. The outcome was a destruction of the less efficient capitals in the manufacturing sector (Ghigliani: 33–34) and a greater degree of competitiveness on the foreign markets. Second, privatization meant the re-creation of private capital in the productive sphere.

Economic indicators started to improve. According to Michelena (2009), investment as a percentage of GNP grew from 11.3 percent in 2002 to 23.1 percent in 2008. Greater investment caused an increase in the rate of accumulation. After an initial fall of 2 percent in 2002, it rose 5.1 percent in 2006. This caused a fall in the rate of under-employment from 38.9 percent to 21.4 percent in the same period.

Employment rose more than capital accumulation and so the organic composition of capital fell. Industrial production grew by an average rate of 7.9 percent between 2002 and 2009. GNP rose 8.8 percent in 2003 and hovered around that growth rate until 2007.

But while these indicators were rising, the falling ARP was preparing the next crisis. Between 2003 and 2007 the ARP fell in spite of a falling organic composition because of a lower rate of surplus value.

Our conclusion is that Argentina’s recovery was fuelled neither by devaluation nor by redistribution policies, but by the re-creation of previously destroyed private capital in the private sector with a low organic composition; a rising rate of exploitation; and improved efficiency. This is the cause -rather than Keynesian policies- of Argentina’s economic revival.»

 

Σχετικά:

1. Η Αργεντινή και οι μπούρδες σόγιας

2. Και πάλι για την Αργεντινή λοιπόν

3. Αλήθειες και μύθοι για την Αργεντινή

4. Περισσότερος πόνος – κανένα όφελος για την Ελλάδα από τη συμφωνία

5. Η προϊστορία τής 20ής Δεκεμβρίου

6. Το πείραμα τής Αργεντινής

7. Η νέα κρίση των αναπτυσσομένων χωρών και η Αργεντινή 

8. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο 1997;

9. Φαιδροί «Αργεντινολόγοι»...

 

Τα «κλεμμένα»

Στις αρχές τής δεκαετίας τού 1990, το συσσωρευμένο χρέος των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών (LDCs) είχε υπερβεί το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια, [σ.σ. από το 27% τού ΑΕΠ των LDCs  το 1980 είχε ανέβει στο 43% το 1990] το μεγαλύτερο μέρος τού οποίου ήταν με τη μορφή τραπεζικών πιστώσεων και δανείων από κυβερνήσεις, […]

Η κρίση χρέους, όπως την γνωρίζουμε, εκδηλώθηκε τον Αύγουστο τού 1982 όταν το Μεξικό αρνήθηκε να συνεχίσει να εξυπηρετεί το χρέος του και τεχνικά χρεοκόπησε. Σύντομα ακολούθησαν η Αργεντινή και η Βραζιλία […]

Εν μέρει, η κρίση επιταχύνθηκε από τη συσσώρευση των εξωτερικών οικονομικών συνθηκών στις αρχές τής δεκαετίας τού 1980. Οι βιομηχανικές χώρες, από τα τέλη τής δεκαετίας τού 1970, είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν σφιχτές, αντιπληθωριστικές νομισματικές πολιτικές: αυτό οδήγησε σε μείωση δραστηριότητας στις κύριες βιομηχανικές χώρες και σε κάθετη πτώση τής ζήτησης για εμπορεύματα και των τιμών των εμπορευμάτων. Η αύξηση των επιτοκίων επιβάρυνε το κόστος τής χρηματοδότησης, γιατί τα περισσότερα τραπεζικά δάνεια έφεραν κυμαινόμενο επιτόκιο. Η πτώση τού πληθωρισμού στις ΗΠΑ οδήγησε σε ανατίμηση τού δολαρίου. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ζημιές σε πολλές λιγότερο ανεπτυγμένες δανειζόμενες χώρες των οποίων το χρέος ήταν εκφρασμένο σε δολάρια, αλλά οι οικονομίες τους εξαρτιώνταν από εξαγωγές εκφρασμένες σε άλλα νομίσματα.   

Ian H. Giddy, Χρηματοπιστωτικές Αγορές

Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
3 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις