cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


Η "ελληνική" τραγωδία
1792 αναγνώστες
Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013
09:34

 

Μια σύντομη περιγραφή των απόψεων για την «ελληνική» κρίση όπως έχουν διατυπωθεί μέχρι σήμερα.

 

Α. ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

 

Α.1 - Μία «ελληνική ασθένεια»

[…] Προβλήθηκε έντονα στη αρχή τής ελληνικής κρίσης και πριν τα προβλήματα τής ευρωπαϊκής ενοποίησης εκδηλωθούν και σε άλλες χώρες και αποτέλεσε το βασικό υποστηρικτικό επιχείρημα τού πρώτου ελληνικού Μνημονίου –όπως εκφράσθηκε σε πάμπολλες δημοσιογραφικές αναλύσεις αλλά και ιδιαίτερα σε κυβερνητικά και ακαδημαϊκά κείμενα.

Η πρώιμη εκδοχή της επικέντρωνε κυρίως στον δημόσιο τομέα (εστιάζοντας στο δημοσιονομικό έλλειμμα), καθώς οι αρχικές προβλέψεις τού πρώτου Μνημονίου επικεντρώνονταν κυρίως σ’ αυτόν. Στη συνέχεια, με τις αναθεωρήσεις τού πρώτου Μνημονίου και καθώς αυτό ήδη από τα πρώτα βήματα του έδειχνε να αποτυγχάνει, η ερμηνεία αυτή επεκτάθηκε και στον ιδιωτικό τομέα (εστιάζοντας στη φθίνουσα ανταγωνιστικότητα και στο έλλειμμα τού ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών).

Συνοπτικά, η ερμηνεία αυτή θεωρεί ότι η ελληνική οικονομία είναι περισσότερο επιρρεπής από άλλες χώρες με παρόμοια προβλήματα σε δύο «ασθένειες»: (1) μεγάλα και χρόνια δημοσιονομικά ελλείμματα που χρηματοδοτούνται μέσω εξωτερικού δανεισμού) και (2) φθίνουσα ανταγωνιστικότητα. Η ελληνική ιδιαιτερότητα προκύπτει από ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά (λάθη οικονομικής πολιτικής και συνεπακόλουθες δομικές αδυναμίες). Συνοπτικά, υποστηρίζεται ότι η ελληνική είναι ένας ειδικός τύπος οικονομίας επιρρεπούς στη δημοσιονομική σπατάλη και στη χαμηλή παραγωγικότητα. Πιο συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι χαρακτηρίζεται από χαμηλή παραγωγικότητα, υψηλούς μισθούς και έναν υπερδιογκωμένο δημόσιο τομέα. Τα δύο τελευταία είναι παράγωγα των εκτεταμένων πελατειακών σχέσεων. Επιπλέον, πάλι για πελατειακούς λόγους, ο δημόσιος τομέας είναι αναποτελεσματικός (χαμηλή παραγωγικότητα, μειωμένη φοροεισπρακτική ικανότητα κλπ.) και συνεπώς όχι μόνο εκτοπίζει υποτιθέμενα υγιείς ιδιωτικές δραστηριότητες αλλά είναι και ελλειμματικός. Το δημοσιονομικό έλλειμμα χρηματοδοτείται με εξωτερικό δανεισμό (ιδιαίτερα μετά την ένταξη στην ευρωζώνη και λόγω των χαμηλών επιτοκίων που προέκυψαν) με αποτέλεσμα την επιδείνωση τού εξωτερικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Επιπλέον, η Ελλάδα υποτίθεται ότι εκμεταλλεύθηκε τούς «εύπιστους» Ευρωπαίους εταίρους της και μέσω των παραποιημένων «ελληνικών στατιστικών» απέκρυψε το πρόβλημα και παραβίασε τη Συνθήκη τού Μάαστριχτ. Η παγκόσμια κρίση τού 2007-08 αναστάτωσε τις διεθνείς χρηματαγορές που άρχισαν να ελέγχουν εξονυχιστικά τα κρατικά δημοσιονομικά και ισοζύγια εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών. Έτσι αποκαλύφθηκε η μη-βιωσιμότητα τού ελληνικού χρέους, οι διεθνείς χρηματαγορές έπαψαν να το χρηματοδοτούν και η ελληνική κρίση ξέσπασε.

[…]

Η ερμηνεία τής «ελληνικής ασθένειας» υπέστη ένα πλήγμα όταν η κρίση τής ευρωζώνης χτύπησε και άλλες χώρες (2010 Ιρλανδία, 2011 Πορτογαλία). Η πρώτη αντίδραση ήταν να αποδοθεί η επέκταση τής κρίσης στην «επιμόλυνση» από την «ελληνική ασθένεια». Η εξήγηση αυτή είναι φυσικά εξαιρετικά αδύναμη καθώς οι οικονομίες των χωρών αυτών είναι αρκετά διαφορετικές. Έτσι σύντομα η «Ελληνική ασθένεια» μεταλλάχθηκε σε «ασθένεια τής ευρω-περιφέρειας» με την υποτιμητική συνάθροιση τής Πορτογαλίας, τής Ιρλανδίας, τής Ελλάδας και τής Ισπανίας στα κακόφημα PIGS. Ως ερμηνεία είναι εξαιρετικά αδύναμη καθώς παραγνωρίζει κάθε δομικό πρόβλημα τού καπιταλιστικού συστήματος, τής διεθνούς οικονομίας και τής ευρωπαϊκής ενοποίησης και αποδίδει όλες τις ευθύνες σε συγκυριακούς «ενόχους». Ως αντίληψη είναι πιστή στα “Ορθόδοξα οικονομικά” που θεωρούν ότι η καπιταλιστική οικονομία είναι ένα τέλειο σύστημα που υπό κανονικές συνθήκες δεν μπορεί να μπει σε κρίση. Οι όποιες κρίσεις ανακύπτουν οφείλονται σε συγκεκριμένους «παίκτες» που δεν συμμορφώθηκαν με τούς κανόνες τού παιχνιδιού.

 

Α.2 - Η ελληνική κρίση είναι απότοκη τής μη-βιώσιμης δομής τής ΟΝΕ

Η δεύτερη αυτή ορθόδοξη ερμηνεία υποστηρίζει ότι η «ελληνική ασθένεια» επιδεινώθηκε από την μη-βιώσιμη δομή τής ΟΝΕ. Η τελευταία αποτελεί μία μη-ΒΝΠ [ΒΝΠ: Βέλτιστη Νομισματική Περιοχή] που είναι επιρρεπής σε ασύμμετρες κρίσεις που οξύνουν εθνικές αδυναμίες. Η ερμηνεία αυτή ασχολείται μόνο in passim με την Ελληνική περίπτωση και επικεντρώνει στις δομικές αδυναμίες τής ΟΝΕ. Προβάλλεται ιδιαίτερα από αγγλο-σαξωνικούς κύκλους (είτε νεοφιλελεύθερους (π.χ. Feldstein) είτε νεοκεϋνσιανούς (π.χ. Krugman)). Η εξήγηση τής προέλευσης είναι προφανής. Πρώτον, το ευρώ είναι ένα από τα βασικά μέσα με τα οποία οι Ευρωπαϊκοί καπιταλισμοί που συνασπίζονται (με άνισο μεταξύ τους τρόπο) στην ΕΕ δοκιμάζουν να αμφισβητήσουν την παγκόσμια ιμπεριαλιστική ηγεμονία των ΗΠΑ. Γι’ αυτό αντιμετώπισε την περισσότερο ή λιγότερο συγκεκαλυμμένη αντιπάθεια των ΗΠΑ από την αρχή. Δεύτερον, σύμφωνα με τη θεωρία των ΒΝΠ η ΟΝΕ δεν πληροί καμία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις (π.χ. υψηλή κινητικότητα παραγωγικών συντελεστών, δομική σύγκλιση των οικονομιών της, δημοσιονομική ενοποίηση) και οδηγεί οικονομίες-μέλη της στην καταστροφή. Την άποψη αυτή συγκεφαλαίωσε ο Dornbusch: «δεν μπορεί να συμβεί, είναι κακή ιδέα, δεν πρόκειται να διαρκέσει».

Η ερμηνεία αυτή αναγνωρίζει βαθύτερα προβλήματα που τα αποδίδει στην «ουτοπία τής ΟΝΕ». Είναι γεγονός ότι η κριτική τής τελευταίας ως μη-ΒΝΠ είναι ακριβής. Άλλωστε η θεωρία των ΒΝΠ είναι το κοντινότερο εργαλείο των Ορθόδοξων οικονομικών στην Μαρξιστική έννοια τής άνισης ανάπτυξης. Όμως είναι ένα ελλιπές και αδύναμο εργαλείο. Η έννοια τής άνισης ανάπτυξης κατανοεί πολύ καλά ότι είναι αδύνατον στα πλαίσια τού καπιταλιστικού συστήματος να υπάρξει οικονομική σύγκλιση τόσο μεταξύ των περιοχών μίας χώρας όσο και μεταξύ διαφορετικών χωρών. Αυτό προκύπτει από την ίδια την κίνηση τής καπιταλιστικής συσσώρευσης που αναζητά και δημιουργεί τέτοιες ανισομέρειες. Αντίθετα, η θεωρία τής ΒΝΠ θεωρεί ότι η οικονομική σύγκλιση είναι εφικτή (άλλωστε αυτό υποτίθεται ως αυτονόητο στο νεοκλασικό υπόδειγμα μεγέθυνσης) αλλά ότι δεν είναι όλες οι χώρες και οι περιοχές ικανές γι’ αυτό. Εν τέλει, το συμπέρασμα ανάγεται στην πολιτική βούληση: οι υποστηρικτές τής άποψης αυτής θεωρούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει η πολιτική δύναμη που θα κάνει την ΕΕ ένα ευρωπαϊκό ομοίωμα των ΗΠΑ ενώ οι αντίπαλοι τους θεωρούν ότι αυτό είναι εφικτό.

 

Α.3 - Το ελληνικό πρόβλημα έχει εθνική προέλευση που επιδεινώθηκε από επιδιορθώσιμες αδυναμίες τής ΟΝΕ

Η τρίτη αυτή Ορθόδοξη ερμηνεία προέρχεται κυρίως από κεϋνσιανούς ή μετα-κεϋνσιανούς κύκλους που ενώ συμφωνούν επί τής αρχής με την ευρωπαϊκή ενοποίηση και την ΟΝΕ έχουν ισχυρές επιφυλάξεις με πλευρές της καθώς τις θεωρούν εσφαλμένα νεοφιλελεύθερα δημιουργήματα (π.χ. De Grauwe, Lane). Υποστηρίζει ότι η ελληνική κρίση έχει εθνικές ρίζες που επιδεινώνονται από την νεοφιλελεύθερη δομή τής ΟΝΕ. Όμως η αναδιάρθρωση τής τελευταίας με δημοσιονομική, τραπεζική αλλά και βαθύτερη θεσμική ενοποίηση θα κάνει την ΟΝΕ ένα ευρωπαϊκό αντίστοιχο των ΗΠΑ και συνεπώς μία ΒΝΠ.

Αυτή η ερμηνεία είναι η πιο αιρετική από τις Ορθόδοξες ερμηνείες. Αναγνωρίζει ορισμένα δομικά προβλήματα τής ΟΝΕ τα οποία όμως περιορίζονται στη δομή τού ευρωπαϊκού και τού παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και είναι δημιουργήματα τού νεοφιλελευθερισμού των τελευταίων δεκαετιών. Δεν υπάρχει κανένα βαθύτερο δομικό πρόβλημα στη λειτουργία τού καπιταλιστικού συστήματος και με τις κατάλληλες διορθωτικές παρεμβάσεις τα προβλήματα μπορούν να ξεπερασθούν. Εντέλει καταλήγει όπως και η προηγούμενη ερμηνεία αλλά με το αντίθετο συμπέρασμα: η έκβαση εναπόκειται στην πολιτική βούληση.

 

- Ορθόδοξες ερμηνείες: Μία κριτική

Καθώς οι εξελίξεις τρέχουν διαρκώς οι Ορθόδοξες ερμηνείες μεταλλάχθηκαν από μονιστικές σε εκλεκτικιστικές. Συνήθως διαπιστώνουν δύο αιτιακά υποσύνολα τής ελληνικής κρίσης:

(α) εσωτερικά αίτια: υπερβολικές δημόσιες δαπάνες, αδύναμο φοροεισπρακτικό μηχανισμό, διαφθορά και πελατειακές σχέσεις, άκαμπτες αγορές εργασίας και προϊόντων, υψηλούς μισθούς, μη-φιλικό προς την επιχειρηματικότητα θεσμικό περιβάλλον, φθίνουσα ανταγωνιστικότητα κλπ.

(β) εξωτερικά αίτια: αδυναμίες τής ΟΝΕ, επιπτώσεις τής παγκόσμιας κρίσης τού 2007-08 κλπ.

Πίσω όμως από αυτά τα εκλεκτικιστικά μίγματα κρύβονται εκδοχές ή συνδυασμοί των τριών βασικών ερμηνειών που αναλύθηκαν προηγουμένως.

Επιπρόσθετα, όλες οι Ορθόδοξες ερμηνείες –ρητά είτε άρρητα– αναλυτικά βασίζονται στην Υπόθεση των Δίδυμων Ελλειμμάτων καθώς όλες αντιλαμβάνονται την Ελληνική κρίση ως απλά μία κρίση χρέους. Η Υπόθεση των Δίδυμων Ελλειμμάτων υποστηρίζει ότι εάν μία χώρα έχει δημοσιονομικό έλλειμμα αυτό θα οδηγήσει και σε έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Δηλαδή τα δύο αυτά ελλείμματα πάνε μαζί και η γραμμή αιτιότητας πηγαίνει από το πρώτο στο δεύτερο. Κατ’ αρχήν έχει ενδιαφέρον ότι την υπόθεση αυτή επικαλούνται ακόμη και νεο-φιλελεύθερες αναλύσεις παρόλο ότι είναι μία κεϋνσιανή άποψη (ενώ αντιθέτως τα νεοκλασικά οικονομικά υποστηρίζουν την Ρικαρδιανή Ισοδυναμία). Όμως η εμπειρική βασιμότητα τής υπόθεσης αυτής είναι εξαιρετικά συζητήσιμη. Παραδείγματος χάριν, μία πρόσφατη μελέτη (Katrakilidis & Trachanas) δείχνει ότι μπορεί η υπόθεση αυτή ισχύει για την περίοδο πριν την ένταξη στην ΟΝΕ (1960-80) αλλά απορρίπτεται στη συνέχεια (1981-2007) όπου τα ελλείμματα τού εμπορικού και τού εξωτερικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι αυτά που προκαλούν αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Επιπλέον, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι υποτιθέμενες υπερβολικές μισθολογικές αυξήσεις θεωρούνται ως ο παράγων που πυροδοτεί τόσο το δημοσιονομικό έλλειμμα όσο και την φθίνουσα ανταγωνιστικότητα. Το τυπικό Ορθόδοξο επιχείρημα είναι ότι το ελληνικό ονομαστικό Μοναδιαίο Κόστος Εργασίας (ΜΚΕ) αυξήθηκε ταχύτερα από αυτό των άλλων μελών τής ΟΝΕ (π.χ. EC). Το επιχείρημα αυτό πάσχει για τούς ακόλουθους λόγους:

(1) Υπάρχει μία εκτενής βιβλιογραφία που υποστηρίζει πειστικά ότι το ονομαστικό ΜΚΕ δεν είναι ένα ορθό μέτρο τής ανταγωνιστικότητας.

(2) Το παράδοξο Kaldor δείχνει ότι υψηλή ανταγωνιστικότητα δεν έχουν οι χώρες με χαμηλούς μισθούς αλλά το ακριβώς αντίθετο. Συνεπακόλουθα, η ανταγωνιστικότητα δεν βασίζεται μόνο στο μισθιακό κόστος (ανταγωνιστικότητα κόστους) αλλά κυρίως σε ποιοτικούς παράγοντες (δομική ανταγωνιστικότητα).

(3) Οι ελληνικές μισθολογικές αυξήσεις υστερούν συστηματικά σε σχέση με τις αυξήσεις τής παραγωγικότητας. Συνεπώς, το ελληνικό πραγματικό ΜΚΕ μειώνεται συνεχώς τις τελευταίες δεκαετίες. Τέλος, η ελληνική παραγωγικότητα αυξάνεται αισθητά γρηγορότερα από ότι, για παράδειγμα, η γερμανική. Συνεπώς, οι μισθολογικές αυξήσεις κάθε άλλο παρά αδικαιολόγητες ήταν.

(4) Η μείωση των μισθών ως μέσο για την ενίσχυση τής ανταγωνιστικότητας προϋποθέτει ότι οι μισθοί στις ανταγωνίστριες οικονομίες θα μείνουν σταθεροί. Αυτό είναι εντελώς παράλογο και αγνοεί την περίπου ενιαία παγκόσμια τάση περιστολής των μισθών.

Όμως οι Ορθόδοξες ερμηνείες έχουν και ευρύτερα αναλυτικά προβλήματα.

Πρώτον, υποτιμούν το ρόλο τής παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης τού 2007-08, θεωρώντας την απλά χρηματοπιστωτική. Όμως μία τόσο βαθειά κρίση πρέπει να έχει ρίζες στο βασικό οικονομικό πεδίο (την “σφαίρα τής παραγωγής”).

Δεύτερον, θεωρούν ότι η ελληνική κρίση είναι ανεξάρτητη από την παγκόσμια κρίση τού 2007-08. Χαρακτηριστικά, οι περισσότερες διεθνείς και εθνικές μελέτες το 2008 υποστήριζαν ότι η ελληνική οικονομία είναι ανοσοποιημένη έναντι τής παγκόσμιας κρίσης. Μετά το ξέσπασμα τής ελληνικής κρίσης η παγκόσμια κρίση τού 2007-08 ανακαλύφθηκε καθυστερημένα ως ένας απλά εξωγενής παράγων: η κρίση τού 2007-08 δεν αφορά την ελληνική οικονομία άμεσα αλλά καθώς πλήττει τις διεθνείς χρηματαγορές επιδρά εμμέσως και στην χώρα μας. Η αντίληψη αυτή δεν κατανοεί ούτε τον βαθύ δομικό χαρακτήρα τής κρίσης τού 2007-08 ούτε τις ρίζες της στην ελληνική οικονομία.

Τέλος, και συγκεφαλαιώνοντας όλα τα προαναφερθέντα προβλήματα, και οι τρεις Ορθόδοξες ερμηνείες αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν τις θεμελιώδεις δομικές διαστάσεις τού ελληνικού προβλήματος και αντιθέτως το παραπέμπουν σε συγκυριακά σφάλματα οικονομικής πολιτικής και σε αδύναμα θεσμικά παράγωγα τους. Η πρώτη ερμηνεία αποδίδει την ελληνική κρίση σε εθνικές ιδιομορφίες που οδήγησαν σε εσφαλμένες οικονομικές πολιτικές. Η δεύτερη ερμηνεία θεωρεί την ΟΝΕ μία εσφαλμένη οικονομική πολιτική που δημιουργεί ένα στρεβλό θεσμικό περιβάλλον. Όμως η θεσμική στρέβλωση έχει να κάνει κυρίως με την σφαίρα τής κυκλοφορίας και τα γεωπολιτικά ζητήματα και καθόλου με την σφαίρα τής παραγωγής. Η τρίτη ερμηνεία αποδίδει την εσφαλμένη δομή τής ΟΝΕ κυρίως στις λανθασμένες νεοφιλελεύθερες πολιτικές και θεωρεί ότι γι’ αυτό προκύπτουν θεσμικές στρεβλώσεις. Και εδώ τα όποια δομικά προβλήματα αναγνωρίζονται αφορούν κυρίως την “σφαίρα τής κυκλοφορίας”.

 

Β. ΕΤΕΡΟΔΟΞΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

 

Οι Ετερόδοξες ερμηνείες […]

(1) Τονίζουν ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν είναι ένας τέλειος μηχανισμός αλλά είναι ενδογενώς επιρρεπές σε κρίσεις.

(2) Επικρίνουν την νεοφιλελεύθερη κυριαρχία των τελευταίων δεκαετιών ως αίτιο των σημερινών προβλημάτων.

(3) Επικρίνουν την νεοφιλελεύθερη αρχιτεκτονική τής ΟΝΕ προτείνοντας είτε την διάλυση της είτε την ριζική αναδιοργάνωση της.

Όμως οι Ετερόδοξες ερμηνείες, παρότι αναγνωρίζουν γενικά ελαττώματα τού καπιταλισμού, αποφεύγουν να τα θίγουν και εστιάζουν στην αλλαγή δομών και πολιτικών εντός τού συστήματος. […]

Οι δημοφιλέστερες Ετερόδοξες ερμηνείες βασίζονται στην θεωρία τής “χρηματιστικοποίησης”, που διατείνεται ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί δραστικά καθώς το χρηματικό κεφάλαιο κυριαρχεί επί των άλλων καπιταλιστικών δραστηριοτήτων (παραγωγικού και εμπορικού κεφαλαίου). Η άποψη αυτή υιοθετήθηκε από μετα-κεϋνσιανές θεωρίες (π.χ. Stockhammer), ακολουθώντας την κεϋνσιανή θεωρία περί ραντιέρηδων. Ο όρος υιοθετήθηκε επίσης από αρκετούς μαρξιστές (π.χ. Lapavitsas). […]

Υπάρχουν δύο βασικές ερμηνείες τής ελληνικής κρίσης με βάση την θεωρία τής “χρηματιστικοποίησης”. Η πρώτη προτάθηκε από τούς Lapavitsas et al. και ακολουθεί την δική του μαρξίζουσα θεωρία. Η δεύτερη προτάθηκε από τούς Milios & Sotiropoulos και συνδέεται περισσότερο με τις μετα-κεϋνσιανές αντιλήψεις περί “χρηματιστικοποίησης”.

 

Β.1 - «Χρηματιστικοποίηση» και ευρω-κέντρο vs ευρω-περιφέρεια

Οι Lapavitsas et al. συμφωνούν με τις Ορθόδοξες ερμηνείες ότι η ελληνική είναι μία κρίση χρέους. Όμως δεν έχει εθνικές ρίζες αλλά προκύπτει από (α) τον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό και (β) την ΟΝΕ. Ο πρώτος προκάλεσε την κρίση τού 2007-08 και έτσι διασάλευσε τα σαθρά θεμέλια τής ΟΝΕ (μη-ΒΝΠ και εξωτερικές ανισορροπίες). Όσον αφορά τις τελευταίες αποδέχονται το Ορθόδοξο επιχείρημα περί ονομαστικού ΜΚΕ αλλά το αντιστρέφουν: δεν ήταν υπερβολικές οι ελληνικές μισθολογικές αυξήσεις αλλά η γερμανική μισθολογική στασιμότητα. Η τελευταία δημιουργεί μία νεο-μερκαντιλιστική εμπορική ανισορροπία μεταξύ τού πλεονασματικού ευρω-κέντρου και τής ελλειμματικής ευρω-περιφέρειας. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η ΟΝΕ δεν επιδιορθώνεται και η μόνη λύση για την Ελλάδα είναι η έξοδος από αυτή.

Η ερμηνεία αυτή πάσχει από τις γενικές αδυναμίες τής θεωρίας τής “χρηματιστικοποίησης”. Παραγνωρίζει εντελώς το ζήτημα τής παραγωγικής δομής τής ελληνικής και των ευρωπαϊκών οικονομιών και συνεπώς αδυνατεί να αναγνωρίσει την οικονομική εκμετάλλευση τής ευρω-περιφέρειας από το ευρω-κέντρο όχι με βάση νομισματικές ή μισθολογικές σχέσεις αλλά κυρίως με βάση τις διαφορετικές παραγωγικές δομές τους. Επιπλέον, αποδέχεται άκριτα το Ορθόδοξο επιχείρημα ότι το ονομαστικό ΜΚΕ είναι το βασικό κριτήριο ανταγωνιστικότητας. Συνεπώς η αντιστροφή του είναι αδύναμη και οδηγεί στο Ορθόδοξο συμπέρασμα: εφόσον η Γερμανία δεν αυξάνει τούς μισθούς της τότε, δικαίως ή αδίκως, δεν μένει παρά να μειωθούν οι ελληνικοί μισθοί. Επίσης (και αυτό ισχύει και για την δεύτερη ερμηνεία “χρηματιστικοποίησης”), η ελληνική οικονομία δεν έχει βασικά χαρακτηριστικά τού “χρηματιστικοποιημένου” καπιταλισμού. Ο βαθμός χρηματοοικονομικής μόχλευσης ήταν χαμηλός όπως επίσης και ο ιδιωτικός δανεισμός των νοικοκυριών. Συνεπώς, η “χρηματιστικοποίηση” εισάγεται μόνο από το εξωτερικό (μέσω τού δημόσιου χρέους). […]

Τέλος η πρόταση πολιτικής είναι ελλιπής. Μία απλή έξοδος από την ΟΝΕ με ταυτόχρονη παραμονή στην ΕΕ (και στην Κοινή Αγορά) δεν πρόκειται να διορθώσει τα διαρθρωτικά προβλήματα τής ελληνικής οικονομίας.

 

Β.2 - «Χρηματιστικοποίηση» και «ισχυρή Ελλάδα»

Αντίθετα με τούς Lapavitsas et al. οι Milios & Sotiropoulos υποστηρίζουν ότι δεν ευθύνεται ούτε η φθίνουσα ανταγωνιστικότητα ούτε η ΟΝΕ για την ελληνική υπερχρέωση. Αντιθέτως, η ΟΝΕ –ενώνοντας οικονομίες με διαφορετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και κερδοφορία– διευκόλυνε την κίνηση κεφαλαίων από τις πιο αναπτυγμένες (και με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και κερδοφορία) προς τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες. Ιδιαίτερα διευκόλυνε τον φθηνό δανεισμό των δεύτερων από τις πρώτες. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε αναπτυξιακή ώθηση στην ευρω-περιφέρεια. Έτσι οι υψηλοί ελληνικοί ρυθμοί ανάπτυξης τής δεκαετίας τού 1990 δεν ήταν “φούσκα” αλλά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Στο σημείο αυτό συμφωνούν με τις Ορθόδοξες ερμηνείες που θεωρούν θετική την εισροή ξένου κεφαλαίου καθώς και με τις αντίστοιχες απόψεις περί «ισχυρής Ελλάδας» που προβλήθηκαν την περίοδο εκείνη. Συνεπώς το ελλειμματικό εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δεν αποτελεί πρόβλημα αλλά ένδειξη εισροής αναπτυξιακών κεφαλαίων. Όμως η “χρηματιστικοποίηση”, με τη δημιουργία χρηματοοικονομικών “φουσκών” και την υπερβολική μόχλευση δυναμίτισε αυτή την πορεία. Η παγκόσμια οικονομική κρίση τού 2007-08, που επίσης την κατανοούν ως μία χρηματοπιστωτική κρίση, εκτροχίασε τα μέχρι τότε καλοήθη ελλείμματα τού εξωτερικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών τής ευρω-περιφέρειας. Για να στηριχθεί η παραπαίουσα συσσώρευση αυξήθηκαν δραματικά τα δημοσιονομικά ελλείμματα με τελικό αποτέλεσμα την κρίση χρέους. Η ΟΝΕ έπαιξε μόνο ένα περιφερειακό ρόλο στο όλο πρόβλημα. Αν και οι Milios & Sotiropoulos αποδέχονται ότι η ΟΝΕ είναι μία μη-ΒΝΠ και νεοφιλελεύθερης έμπνευσης θεωρούν ότι η λύση δεν βρίσκεται στην έξοδο από αυτήν αλλά στη δημιουργία μίας “κοινωνικής Ευρώπης”.

Αυτή η δεύτερη ερμηνεία “χρηματιστικοποίησης” έχει φυσικά τα γενικά προβλήματα τής προσέγγισης αυτής. Επιπλέον όμως –ενστερνιζόμενη την Ορθόδοξη άποψη περί ευεργετικών εισροών ξένου κεφαλαίου και εξωτερικών ελλειμμάτων– δεν κατανοεί τα βαθειά διαρθρωτικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν στην ελληνική οικονομία με την ένταξη της στην Κοινή Αγορά και τα οποία επιδεινώθηκαν με την ΟΝΕ. Έτσι αποδέχονται το επιχείρημα τής “ισχυρής Ελλάδας” την ίδια ώρα που βασικοί τομείς τής οικονομίας συρρικνώνονταν ή/και εξαρτιόνταν ασφυκτικά από ξένες δραστηριότητες. Συνεπακόλουθα, παραγνωρίζουν τις διαδικασίες οικονομικής εκμετάλλευσης τής ευρω-περιφέρειας που δημιούργησαν πρώτα η Κοινή Αγορά και ακολούθως η ΟΝΕ.

Συνολικά, οι Ετερόδοξες ερμηνείες τής “χρηματιστικοποίησης” δίνουν μία αδύναμη δομική ερμηνεία τής ελληνικής κρίσης (που περιορίζεται στην σφαίρα τής κυκλοφορίας) και αδυνατούν να δουν τις βαθιές δομικές ρίζες της στη σφαίρα τής παραγωγής.

 

Γ. ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

 

Η Μαρξιστική ανάλυση προτείνει μία ισχυρή δομική ερμηνεία τής ελληνικής κρίσης τοποθετώντας τις ρίζες της στη σφαίρα τής παραγωγής. Επισημαίνει δύο βασικές δομικές διαστάσεις (ΟΜΕ):

(α) Η εσωτερική διάσταση αφορά την κρίση υπερσυσσώρευσης” τού ελληνικού καπιταλισμού που εκδηλώθηκε, όμοια με τις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, το 2007-08. Αίτιο της είναι η πτωτική τάση τού ποσοστού κέρδους” (Maniatis & Passas, Mavroudeas & Paitaridis) λόγω αύξησης τής “οργανικής σύνθεσης τού κεφαλαίου (ΟΣΚ), δλδ λόγω εκτοπισμού “ζωντανής εργασίας” από “απονεκρωμένη εργασία” (μηχανήματα). Η φθίνουσα κερδοφορία οδηγεί στην συσσώρευση κεφαλαίων που αδυνατούν να επενδυθούν επαρκώς κερδοφόρα (υπερσυσσώρευση). Η λύση [από την πλευρά τής αστικής τάξης] είναι η καταστροφή αυτών των κεφαλαίων (απαξίωση) που όμως είναι εξαιρετικά επώδυνη.[…] Η “χρηματιστικοποίηση” είναι αποτέλεσμα και όχι αίτιο.

(β) Η εξωτερική διάσταση αφορά τα βάρη που επωμίζεται ο ελληνικός καπιταλισμός από την υποδεέστερη θέση του στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση και τα οποία επιδεινώνουν περαιτέρω την εσωτερική του κρίση. Το ελληνικό κεφάλαιο ανταγωνίζεται με τα υψηλότερης εργατικής παραγωγικότητας ευρωπαϊκά κεφάλαια με αποτέλεσμα να υφίσταται ιμπεριαλιστική οικονομική εκμετάλλευση από αυτά. Επιπλέον, η ιεραρχική δομή τής ΕΕ ευνοεί το ευρω-κέντρο έναντι τής ευρω-περιφέρειας (Mavroudeas).

H σημερινή κρίση τού ελληνικού καπιταλισμού προέρχεται από την κρίση τού 1973-75 που ήταν διπλά επιβαρυντική. Πρώτον, τερματίστηκε η μεταπολεμική “χρυσή εποχή” του. Δεύτερον, η μεταπολιτευτική ενίσχυση τού εργατικού κινήματος επιβάρυνε την ήδη φθίνουσα καπιταλιστική κερδοφορία καθώς επέβαλε στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο μία ουσιαστική βελτίωση τού μισθού και των εργασιακών συνθηκών των εργαζομένων. Δηλαδή, αντίθετα με τις διεθνείς τάσεις, στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο εφαρμόσθηκαν στην Ελλάδα φιλολαϊκές κεϋνσιανές πολιτικές που ενίσχυαν την ανάπτυξη με μία ελεγχόμενη φιλεργατική αναδιανομή εισοδήματος που όμως δεν θα έθιγε δραματικά τα καπιταλιστικά κέρδη. Οι πολιτικές αυτές βελτίωσαν την θέση των εργαζομένων και εκτόνωσαν τον μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό. Απέτυχαν όμως να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση επειδή εφάρμοζαν μεταπολεμικές συνταγές σε μία εντελώς διαφορετική συγκυρία.

Γι’ αυτό, μετά το 1985 και συμβοηθούσας τής ένταξης στην ΕΟΚ, επιβλήθηκαν νεο-συντηρητικές πολιτικές αναδιάρθρωσης (πρώτα συντηρητικές κεϋνσιανές και μετά νεοφιλελεύθερες πολιτικές). Όμως και στην ελληνική περίπτωση, όπως και διεθνώς, οι αναδιαρθρωτικές αυτές πολιτικές δεν διόρθωσαν ουσιαστικά τα προβλήματα. Παρά την επίθεση στο εισόδημα, τις εργασιακές συνθήκες και τις κοινωνικές παροχές των εργαζομένων, απαξίωση τού κεφαλαίου δεν πραγματοποιήθηκαν σε επαρκή βαθμό και οι μη παραγωγικές δραστηριότητες δεν περιορίστηκαν. Συνεπώς η κερδοφορία και η συσσώρευση τού κεφαλαίου δεν ανέκαμψαν ικανοποιητικά.

Γι’ αυτό το σύστημα, ήδη από το 2000, κατέφυγε στη φυγή προς τα μπροστά. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα τροφοδότησε με ρευστότητα το σύστημα και βοήθησε στη δημιουργία επενδύσεων και κατανάλωσης μέσω δημιουργίας πλασματικού κεφαλαίου” (δηλαδή αβέβαιων στοιχημάτων σε μέλλουσα να εξαχθεί υπεραξία). Αυτό δημιούργησε την “χρηματιστικοποίηση” (ένα όχι σπάνιο φαινόμενο σε προ-στάδια κρίσης). Αυτή η χρηματοπιστωτικά υποβοηθούμενη μεγέθυνση μετέθεσε στο μέλλον τα προβλήματα και επιδείνωσε μέσω τής μόχλευσης, την υπερσυσσώρευση. Το σχήμα αυτό άντεχε όσο μπορούσε αύξανε η εκμετάλλευση τής εργασίας (μέσω τής αύξησης τού απλήρωτου χρόνου εργασίας). Από την στιγμή που αυτή η διαδικασία άρχισε να ασθμαίνει τότε κατέρρευσαν τα «στοιχήματα» καθώς το παραγωγικό κεφάλαιο δεν είχε επαρκή κέρδη για να χρηματοδοτεί και τα κέρδη τού χρηματοπιστωτικού συστήματος και συνεπώς να συνεχίζεται η πιστωτική επέκταση. Αυτό οδήγησε στην χρεοκοπία χρηματοπιστωτικών οργανισμών που με την σειρά τους επιδείνωσαν την κατάσταση των παραγωγικών επιχειρήσεων.

Η εξωτερική διάσταση αφορά την μεταπολεμική ευρωπαϊκή «Μεγάλη Ιδέα» τού ελληνικού κεφαλαίου. Φιλοδοξούσε με αυτή να αναβαθμισθεί από δεύτερης γενιάς, μεσαίου βεληνεκούς καπιταλισμός με περιορισμένες ικανότητες ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης άλλων χωρών σε εταίρο ενός από τα βασικά παγκόσμια ιμπεριαλιστικά μπλοκ.

Όμως το εγχείρημα αυτό ενέχει σοβαρά κόστη. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός με τα πιο αναπτυγμένα δυτικο-ευρωπαϊκά κεφάλαια υποβάθμισε τα ελληνικά σε «φτωχούς συγγενείς». Ο ελληνικός καπιταλισμός, πριν από την ένταξη στην ΕΟΚ, είχε μία σχετικά συνεκτική παραγωγική δομή (γύρω από ισχυρά προστατευμένους παραδοσιακούς κλάδους) που όμως ήταν ανταγωνιστική έναντι των ευρωπαϊκών αλλά και άλλων κεφαλαίων. Το άνοιγμα τής οικονομίας λόγω ένταξης αποδιάρθρωσε την παραγωγική δομή και την ανταγωνιστικότητα τού ελληνικού κεφαλαίου, επιδεινώνοντας το εμπορικό ισοζύγιο και ταυτόχρονα αυξάνοντας τον έλεγχο ξένων κεφαλαίων στην ελληνική οικονομία. Η είσοδος στην ΟΝΕ (δηλαδή η προσπάθεια τού ελληνικού καπιταλισμού να ενταχθεί στον «σκληρό πυρήνα» τής εξελισσόμενης ενοποίησης) χειροτέρεψε τα πράγματα. Η υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία (καθώς το ευρώ ισχυροποιήθηκε έναντι τού δολαρίου και άλλων νομισμάτων) επιδείνωσε συνολικά την ελληνική ανταγωνιστικότητα. Επιπλέον, η περαιτέρω απώλεια εθνικών εργαλείων οικονομικής πολιτικής (νομισματική πολιτική) και η εξάσκηση τους με βάση τις ανάγκες τού ευρω-κέντρου (π.χ. χαλαρή νομισματική πολιτική όταν η ευρω-περιφέρεια χρειαζόταν σφικτότερη) πρόσθεσε προβλήματα. Από την άλλη, η οικονομική επέλαση τού ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Ευρώπη στήριξε για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα την χειμαζόμενη κερδοφορία του.

Το ξέσπασμα τής σημερινής κρίσης έθεσε τέλος σε όλη αυτή την ευφορία. Πρώτον, επανεμφανίσθηκε η σοβούσα κρίση υπερσυσσώρευσης τού κεφαλαίου. Δεύτερον, η ιμπεριαλιστική «επιδότηση» τής κερδοφορίας περιορίσθηκε απότομα καθώς οι Βαλκανικές και ανατολικο-ευρωπαϊκές οικονομίες χτυπήθηκαν άσχημα. Επιπλέον, εντάθηκαν οι ενδο-ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί με αποτέλεσμα οι πιο αδύναμοι (και μεταξύ αυτών ο ελληνικός καπιταλισμός) να χάσουν έδαφος.

Η δίδυμη ελληνική κρίση πήρε την μορφή των “διπλών ελλειμμάτων” (δημοσιονομικό έλλειμμα και εξωτερικό χρέος) σαν αποτέλεσμα τής κρίσης υπερσυσσώρευσης και τής οικονομικής εκμετάλλευσης από τούς ισχυρότερους δυτικούς ιμπεριαλισμούς. Με το ξέσπασμα τής κρίσης όλες οι αναπτυγμένες οικονομίες εγκατέλειψαν, απότομα και για ένα διάστημα, τις νεοφιλελεύθερες δοξασίες και παρείχαν αφειδώς νομισματική αλλά και δημοσιονομική στήριξη στα ιδιωτικά κεφάλαια (και ιδιαίτερα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα). Συνεπώς, από το 2008 τα δημόσια ελλείμματα εκτινάχθηκαν στα ύψη και ακολούθησε το δημόσιο χρέος καθώς η στήριξη αυτή χρηματοδοτήθηκε κυρίως με δανεισμό. Έτσι για πολλές χώρες η κρίση μετατράπηκε σε δημοσιονομική κρίση, καθώς η παρατεταμένη ύφεση θέτει εν αμφιβόλω την δυνατότητα αποπληρωμής των δανείων.

Αυτό συνέβη και στην περίπτωση τής Ελλάδας με ορισμένες επιπρόσθετες ιδιομορφίες. Ο ελληνικός καπιταλισμός ιστορικά χαρακτηρίζεται από (συγκριτικά με άλλες χώρες) υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα. Αυτό δεν είναι σπάνιο για αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές οικονομίες όπου το κράτος σαν συλλογικός καπιταλιστής επωμίζεται σημαντικά βάρη τής οικονομικής δραστηριότητας ακριβώς γιατί τα ιδιωτικά κεφάλαια αρνούνται, στα αρχικά στάδια τής αναπτυξιακής διαδικασίας, να επωμισθούν τούς κινδύνους της. Συνεπώς, τα λεγόμενα διπλά ελλείμματα (και συνεπώς το πρόβλημα τού χρέους) είναι παράγωγα και όχι αίτια τής ελληνικής κρίσης.

Αντί επιλόγου μπορούν να επισημανθούν τα ακόλουθα. Οι Μαρξιστικές ερμηνείες ξεκινούν από την σφαίρα τής παραγωγής και στη συνέχεια εξηγούν πως οι κρισιακές τάσεις εκφράζονται στην σφαίρα τής κυκλοφορίας και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Με τον τρόπο αυτό εντοπίζουν τις ρίζες τού ελληνικού προβλήματος πρώτα και κύρια στην παραγωγική δομή τής οικονομίας και στο πως αυτή επηρεάσθηκε από τις σχέσεις με τις αντίστοιχες ιδιαίτερα των άλλων οικονομιών τής ΕΕ. Έτσι αναδεικνύεται πολύ καθαρότερα απ’ ότι στις Ορθόδοξες και στις Ετερόδοξες ερμηνείες το παραγωγικό πρόβλημα τής χώρας. Αντίθετα, οι τελευταίες το βλέπουν μόνο εκ των υστέρων (μετά τις νομισματικές σχέσεις) και εξαιρετικά αδύναμα (απλά ως πρόβλημα ανταγωνιστικότητας). Όμως η βάση των προβλημάτων τής χώρας είναι ακριβώς το ότι η σημερινή παραγωγική δομή της (έτσι όπως συγκροτήθηκε από τις επιλογές τού ελληνικού κεφαλαίου και τις σχέσεις του με τα ευρωπαϊκά και τα άλλα ξένα κεφάλαια) είναι μη-βιώσιμη. Συνεπώς οι Μαρξιστικές αναλύσεις βλέπουν καθαρότερα τα διαρθρωτικά προβλήματα τής ελληνικής οικονομίας.

Η πρόταση διεξόδου που υποστηρίζουν (ΟΜΕ) επίσης βασίζεται στην θεώρηση αυτή. Προτείνεται η αποδέσμευση τής Ελλάδας από την ΕΕ ως βάση για ένα μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής. Η αποδέσμευση από την ΕΕ θα ξαναδώσει στη χώρα αναγκαία εργαλεία οικονομικής πολιτικής (νομισματική, δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική, συναλλαγματική, κλπ.) που έχουν εκχωρηθεί στα κέντρα τής ΕΕ. Για να υλοποιηθεί μία τέτοια στρατηγική απαιτούνται οι ακόλουθοι βραχυπρόθεσμοι και μεσοπρόθεσμοι άξονες πολιτικής:

(1) Στάση πληρωμών […]

(2) Επιβολή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων […]

(3) Κοινωνικοποίηση/εθνικοποίηση τού τραπεζικού συστήματος […]

(4) Σύστημα προοδευτικής φορολογίας […]

(5) [Έξοδος από το ευρώ και] Ελεγχόμενη διολίσθηση τής ισοτιμίας τού νομίσματος (για να διευκολυνθεί η ανταγωνιστικότητα) σε συνδυασμό με ένα σύστημα ελέγχου των τιμών (για να μην υπάρξουν αδικαιολόγητες πληθωριστικές αυξήσεις ιδιαίτερα στα είδη μαζικής κατανάλωσης). Η πολιτική αυτή θα διευκολύνει επίσης την παραγωγική αναγέννηση τής οικονομίας με την υποκατάσταση εισαγωγών.

 

Το πλήρες κείμενο στο Η ελληνική τραγωδία: ανταγωνιστικές ερμηνείες τής ελληνικής κρίσης”

 

Σχετικά:

1. Οι συνέπειες τής κρίσης σε χώρες εντός και εκτός ευρωζώνης. Μια συγκριτική μελέτη

 

Τα «κλεμμένα»

Όσο υψηλότερη είναι η μέση παραγωγικότητα μιας οικονομίας, τόσο μεγαλύτερος πρέπει να είναι σε αυτήν ο τομέας των διεθνώς εμπορεύσιμων* ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τα διεθνώς εμπορεύσιμα παράγονται για μια παγκόσμια ανταγωνιστική αγορά, η τιμή τους διαμορφώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο και ένας «εγχώριος» παραγωγός ο οποίος δεν είναι σε θέση να προσφέρει το προϊόν του σε ίση ή καλύτερη τιμή από τον ξένο ανταγωνιστή του είναι αναπόφευκτο να εξοβελισθεί ακόμη και από την αγορά της ίδιας του της χώρας.

[…]

Το τι συνέβη στην ελληνική οικονομία από αυτήν την οπτική αναλύουμε στη μελέτη «Θύμα λιτότητας η Ελλάδα ή "Ολλανδικής ασθένειας"», όπου δείχνουμε πως και γιατί έλαβε χώρα μια κατάρρευση της παραγωγικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας, οφειλόμενη στο γεγονός ότι εργοδότες και εργαζόμενοι εγκατέλειψαν τη μεταποίηση και τις δραστηριότητες μεσαίας και προχωρημένης τεχνολογίας για να αναζητήσουν τα υψηλότερα κέρδη και τις υψηλότερες αμοιβές που προσέφερε ο τομέας των μη-εμπορεύσιμων, συρρικνώνοντας μεταξύ 2000 και 2009 τον εγχώριο τομέα παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων, καθηλώνοντας τον σε παραγωγή εμπορεύσιμων χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας, με καταστροφικές και μακροχρόνιες συνέπειες.

Χρ. Ιωάννου, Η δομική «ασθένεια» της οικονομίας

(*)Εμπορεύσιμα αγαθά: Γεωργία, Ορυχεία, Μεταποίηση, Ξενοδοχεία-Εστιατόρια, Χρηματοπιστωτικές-Ασφαλιστικές και Λοιπές Επιχειρηματικές Υπηρεσίες

Μη εμπορεύσιμα αγαθά: Ενέργεια, Κατασκευές, Μεταφορές-Αποθήκευση-Τηλεπικοινωνίες, Εμπόριο, Δημόσιος Τομέας, Λοιπές Υπηρεσίες

Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
4 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις