cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


Πώς να “φουσκώσετε” μια Οικονομία (μέρος 2ο/2)
1499 αναγνώστες
Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013
08:54

Συνέχεια από το προηγούμενο

Ο δεύτερος γύρος τής οικονομίας-φούσκα

Με αφετηρία τον Μάρτιο τού 2000, μια σειρά από καταστροφικούς απολογισμούς για τα επιχειρηματικά κέρδη, πυροδότησε μια μακρόχρονη, έντονη βουτιά των τιμών των μετοχών.[…] Η κατάρρευση τού χρηματιστηρίου στέρησε την οικονομία από τον μηχανισμό που από το 1995-97 είχε γίνει περισσότερο απαραίτητος από ποτέ για την ώθηση τής οικονομικής επέκτασης, δηλαδή το… wealth effect από τις αυξανόμενες αξίες των περιουσιακών στοιχείων. Με την λειτουργία τού wealth effect να έχει αντιστραφεί και χωρίς να υπάρχει άλλος μηχανισμός για να το αντικαταστήσει, η οικονομία εισήλθε σε μια τρομακτική φάση ελεύθερης πτώσης. Με τα πλεονάσματά τους να πέφτουν απότομα, οι επιχειρήσεις δεν είχαν άλλη επιλογή από το να μειώσουν τις επενδύσεις και την απασχόληση. Εν τω μεταξύ, για να περιορίσουν τα κόστη τους ώστε να αποκαταστήσουν τα ποσοστά κέρδους τους, επεδίωξαν να ρίξουν τούς μισθούς και να εξασφαλίσουν περισσότερη εργασία για την ίδια αμοιβή. Το συνακόλουθο πλήγμα στη ζήτηση προκάλεσε περαιτέρω μείωση τής παραγωγής, που με την σειρά της εξασθένισε ακόμα περισσότερο τη ζήτηση και συνεπώς και την κερδοφορία –η κλασσική σπειροειδής πτωτική κίνηση τής ύφεσης.

[…]

Όπως παρατήρησε ειρωνικά ένας οικονομολόγος: «Κρίνοντας εκ των υστέρων, το δεύτερο μισό τής δεκαετίας του 1990 δεν υπήρξε ποτέ».

Η επακόλουθη κατάρρευση τής αμερικάνικης αγοράς που είχε αποτελέσει το τελευταίο καταφύγιο για την παγκόσμια οικονομία, μεταδόθηκε γρήγορα και στον υπόλοιπο κόσμο. Μεταξύ 2000 και 2001, η αύξηση τής πραγματικής ιδιωτικής κατανάλωσης στις ΗΠΑ μειώθηκε στο μισό, με αποτέλεσμα η αύξηση στις πραγματικές εισαγωγές να βυθιστεί από 13,1% που ήταν το 2000 στο -2,7% το 2001. Σε πλήρη αντιστοιχία, η αύξηση των παγκόσμιων εξαγωγών κατέρρευσε από 10,6% το 2000 σε -0,4% το 2001[…] Η εξάρτηση τού υπόλοιπου κόσμου από την αμερικάνικη ζήτηση αποκαλύφθηκε με τον πιο άμεσο τρόπο. Το σύστημα φαινόταν να οδηγείται σε βαθιά ύφεση.

Προκειμένου να ανακόψει αυτή την τάση, η Fed μείωσε από τον Ιανουάριο τού 2001 και μετά, το κόστος τού βραχυπρόθεσμου δανεισμού με πρωτοφανή βιασύνη, ρίχνοντας, τελικά το επιτόκιο Κατατεθειμένων Διαθεσίμων κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες, από 6,5% σε 1%, μέσα σε δυόμισι χρόνια. Παρόλα αυτά, όπως θα γινόταν φανερό, αυτή η καθιερωμένη μακροοικονομική συνταγή δεν πρόσφερε και πολλά στην ανάκαμψη τής πραγματικής οικονομίας.[…] Η εκστρατεία μείωσης των επιτοκίων τού Γκρίνσπαν, ελάχιστα μπορούσε να επηρεάσει το δομικό πρόβλημα τής υπερβολικά μεγάλης παραγωγικής δυναμικότητας, που οδηγούσε στα εξαιρετικά μειωμένα ποσοστά κέρδους. Με μια τεράστια υπερεπάρκεια μέσων παραγωγής και έχοντας λυγίσει κάτω από το βάρος τού χρέους, οι επιχειρήσεις δεν είχαν κανένα κίνητρο να αυξήσουν τις επενδύσεις και την απασχόληση, και συνεπώς κανένα ενδιαφέρον για να δανειστούν όσο κι αν η Fed μείωνε το κόστος της πίστωσης. Αντιθέτως, είχαν κάθε λόγο να επιβραδύνουν τη συσσώρευση κεφαλαίου και να μειώσουν το κόστος τους μέσω περικοπών στις θέσεις εργασίας, στις εγκαταστάσεις και στο μηχανικό εξοπλισμό, και ταυτοχρόνως να χρησιμοποιήσουν την πτώση των επιτοκίων για να μειώσουν τα χρέη τους.

[…] Με τα χρηματιστήρια να βυθίζονται, τα πτωτικά επιτόκια δύσκολα θα κατάφερναν να προκαλέσουν μια καινούργια κυκλική ανάκαμψη πυροδοτώντας μια νέα άνοδο των μετοχών, τού δανεισμού και των δαπανών επιχειρήσεων και νοικοκυριών, όπως είχε γίνει στη δεκαετία τού 1990. Εντούτοις, το μειωμένο κόστος τού βραχυπρόθεσμου δανεισμού κατάφερε τελικά να πετύχει κάτι αρκετά παρόμοιο: δηλαδή να ενθαρρύνει νέες ανόδους στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων σε εκείνους τούς τομείς της οικονομίας που παρουσίαζαν τη μεγαλύτερη ευαισθησία στα επιτόκια –συγκεκριμένα στις κατοικίες και στα leveraged investment* σε ομόλογα κάθε είδους. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στις πρωτοφανείς φούσκες στα ακίνητα και στο χρηματιστήριο –που έγιναν εφικτές χάρη στο νέο γύρο ενός άνευ προηγούμενου δανεισμού των νοικοκυριών και τού χρηματοπιστωτικού τομέα –ήταν αυτή που ώθησε τη νέα επέκταση, δηλαδή τον δεύτερο γύρο τής οικονομίας-φούσκα.

Παρόλα αυτά, η εκστρατεία τής Fed για να ρίξει τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια, δεν μπορούσε από μόνη της να διασφαλίσει την ανάκαμψη μέσω ενός νέου γύρου κεϋνσιανισμού των περιουσιακών στοιχείων (με κύριο βάρος στις κατοικίες), καθώς δεν μπορούσε να προκαλέσει άμεσα την μείωση τού καθιερωμένου εδώ και 30 χρόνια επιτοκίου των ενυπόθηκων δανείων, το οποίο εξακολουθούσε να είναι ο κανόνας στην στεγαστική αγορά των ΗΠΑ.[…] Αυτό που στην ουσία δημιούργησε τις βάσεις τής νέας κυκλικής ανάκαμψης ήταν, όπως αποδείχτηκε, η ιστορικής σημασίας μείωση τού κόστους τού μακροπρόθεσμου δανεισμού. Από το 1995, η απόδοση των δεκαετών ομολόγων τού δημοσίου έπεφτε λίγο-πολύ σταθερά και, προς μεγάλη έκπληξη πολλών, συνέχισε να πέφτει στην διάρκεια τού μεγαλύτερου μέρους τής επέκτασης που ακολούθησε μέχρι και το 2005 –πέφτοντας σε αυτό το διάστημα από 7,09% σε 4,29% σε ονομαστικές τιμές και από 4,49% σε 0,89% σε πραγματικές τιμές. 

[…]

Επί τής ουσίας η οικονομία διασώθηκε χάρη στην ίδια της την εξασθένιση. Από το 1973 ως τα τέλη τής δεκαετίας τού 1990, το ποσοστό των επενδύσεων ως προς ΑΕΠ, σε παγκόσμια κλίμακα, μειωνόταν σταθερά καθώς αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα τής επιβράδυνσης ολόκληρου τού συστήματος.[…] Οι παγκόσμιες κρίσεις τού 1997-98 και 2000-02 επέτειναν απότομα αυτή την τάση, προκαλώντας μια παραπέρα κάμψη στην αύξηση των εγκαταστάσεων, τού εξοπλισμού και τού λογισμικού, καθώς και τής απασχόλησης σε παγκόσμια κλίμακα, γεγονός που εξασθένισε ακόμα περισσότερο την ζήτηση για δάνεια. Έτσι, στον οικονομικό κύκλο που επακολούθησε, δηλαδή τού 2001-07, η αύξηση των επενδύσεων και γενικότερα η ανάπτυξη των Ανεπτυγμένων Οικονομιών (συμπεριλαμβανομένων των ανατολικοασιατικών Νεοβιομηχανο-ποιημένων Χωρών  και των Μικρών Τίγρεων), ήταν η πιο νωθρή από το 1945 και μετά. Στο ίδιο διάστημα, καθώς ο αμερικάνικος ομοσπονδιακός προϋπολογισμός εκτινάχθηκε και πάλι στα ύψη, και καθώς το έλλειμμα τού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έσπαγε κάθε χρόνο το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, οι ανατολικοασιατικές κυβερνήσεις αγόραζαν όλο και περισσότερα περιουσιακά στοιχεία εκφρασμένα σε δολάρια, με στόχο να κρατήσουν χαμηλά την συναλλαγματική τιμή των δικών τους νομισμάτων και να μειώσουν το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ, έτσι ώστε να συντηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους και να επιδοτήσουν την ζήτηση των εξαγωγών τους. Το αποτέλεσμα ήταν η προσφορά τής πίστωσης να συνεχίσει να ανεβαίνει, ελαττώνοντας έτσι ακόμα περισσότερο το κόστος δανεισμού.[…] Στην πραγματικότητα, ήταν η επιδείνωση τής σταθερής οικονομικής επιβράδυνσης στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες σε συνδυασμό με την επιμονή των ανατολικοασιατικών κρατών να διατηρήσουν την ωθούμενη από τις επενδύσεις και εξαρτημένη από τις εξαγωγές οικονομική ανάπτυξη τής περιοχής τους, που συνέβαλλαν στην διαρκή μείωση τού πραγματικού μακροπρόθεσμου δανεισμού σε όλη την διάρκεια του 2005-06 πράγμα που τελικά αποδείχτηκε σωτήριο για την αμερικάνικη αλλά και για την παγκόσμια ανάπτυξη.

[Το ράλι στις τιμές των κατοικιών]

[Έτσι] το ράλι των τιμών των κατοικιών ήταν πρωτοφανές. Σε ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο, τόσο στην διάρκεια τής παρατεταμένης άνθισης όσο και τής παρατεταμένης κάμψης, οι σταθερές τιμές των κατοικιών είχαν παραμείνει ουσιαστικά αμετάβλητες, αφού οι ονομαστικές τιμές των κατοικιών αυξάνονταν όσο και οι άλλες τιμές, δηλαδή περίπου όσο ο πληθωρισμός. Ακολουθούσαν, επίσης, από κοντά, όπως ήταν φυσικό, τις τάσεις που διαμορφώνονταν στα ενοίκια κατοικιών[…] Όμως, από τα μέσα τής δεκαετίας τού 1990, οι αξίες των κατοικιών άρχισαν ξαφνικά να ξεπερνούν τόσο το γενικό επίπεδο των τιμών όσο και τα ενοίκια, και από το 1997-98 άρχισαν να αυξάνουν πολύ πιο γρήγορα. Αυτή η άνοδος των τιμών των κατοικιών ενισχύθηκε από την τεράστια αύξηση τής αξίας των διαφόρων τίτλων που κατείχαν τα νοικοκυριά και από την τεράστια αύξηση τής αγοραστικής τους δύναμης (που είχε κληροδοτήσει η φούσκα τού χρηματιστηρίου)- αυτές οι αυξήσεις ενίσχυαν σημαντικά την ικανότητα αγοράς κατοικίας των πλουσιότερων νοικοκυριών. Η τεράστια διεύρυνση των ενυπόθηκων δανείων για την αγορά κατοικίας, που πρόσφεραν η Fannie Mae και η Freddie Mac, στα τέλη τής δεκαετίας, σίγουρα βοήθησαν την διατήρηση αυτών των αυξήσεων. Αλλά η βασική προϋπόθεση για την έκρηξη στις τιμές των κατοικιών μακροπρόθεσμα, ήταν η συνεχής και επιταχυνόμενη πτώση των ονομαστικών όσο και των πραγματικών επιτοκίων των ενυπόθηκων δανείων, που ήταν η έκφραση τής γενικότερης μείωσης τού μακροπρόθεσμου πραγματικού κόστους τού δανεισμού. Το αποτέλεσμα ήταν η φούσκα στις κατοικίες να πάρει την σκυτάλη, την κατάλληλη στιγμή, από την φούσκα τού χρηματιστηρίου –γεγονός εντελώς ασυνήθιστο και παράδοξο, μια που συνέβη για πρώτη φορά απ’ όσο μπορεί να θυμηθεί κανείς, και μάλιστα σε μια εποχή ύφεσης τής οικονομίας και πτώσης των τιμών των μετοχών. Και η επίδραση αυτής τής νέας φούσκας στην ανάπτυξη τής οικονομίας θα ήταν, όπως αποδείχτηκε, ιστορικής σημασίας.

[…]

Η πρωτοφανής αύξηση τού δανεισμού των νοικοκυριών, η μείωση τής ιδιωτικής αποταμίευσης και η αύξηση τού χρέους των νοικοκυριών, ήταν αυτά που έκαναν δυνατή την επέκταση τής ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων στην κατοικία –και η επέκταση αυτή έδωσε, ουσιαστικά μόνη της, ώθηση στην κυκλική επέκταση.[…] Σύμφωνα με κυβερνητικές εκτιμήσεις, η κατανάλωση αυξάνεται κατά 7 με 8 δολάρια για κάθε 100 δολάρια αύξησης τού πλούτου με τη μορφή των οικιστικών ακινήτων, ενώ αυξάνεται μόνο κατά 3 με 4 δολάρια για κάθε 100 δολάρια αύξησης τού πλούτου με τη μορφή μετοχών.

[…]

Όμως ούτε και οι αμερικάνικες οικονομικές Αρχές αυτοπεριορίστηκαν στην εφαρμογή τού κεϋνσιανισμού διαμέσου τής αύξησης των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, για να δώσουν ώθηση στην οικονομία. Στράφηκαν και στο κλασσικό είδος κεϋνσιανισμού, αντιστρέφοντας την υπάρχουσα τάση για ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, δημιουργώντας τεράστια ελλείμματα στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό (όπως αυτά που είχε δημιουργήσει ο Ρέιγκαν) διαμέσου τής αύξησης των στρατιωτικών δαπανών και τής μείωσης τής φορολογίας των επιχειρήσεων και των πλουσίων.[…] Συνολικά, επρόκειτο για κέντρισμα τής οικονομικής ανάπτυξης που δεν είχε το προηγούμενό του στην αμερικάνικη ιστορία, με εξαίρεση βέβαια την περίοδο τού 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.     

 

*Leveraged investment: Η επένδυση που πραγματοποιείται διαμέσου δανεισμού αντί για αύξηση π.χ. τού μετοχικού κεφαλαίου τής εταιρίας.      

 

Ολόκληρο το βιβλίο «Ότι είναι καλό για την GOLDMAN SACHS είναι καλό και για την Αμερική» -από το οποίο τα αποσπάσματα- εδώ 

Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
4 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις
6/10Το καμπανάκι δεν χτυπά μόνο για τις Τράπεζες