cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


Πώς να “φουσκώσετε” μια Οικονομία (μέρος 1ο/2)
1233 αναγνώστες
Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013
12:28

Βασικό εργαλείο που χρησιμοποίησε η κυβέρνηση των ΗΠΑ στην προσπάθεια εξόδου από την τρέχουσα κρίση ήταν η εκτύπωση χρήματος από την Fed και το “φούσκωμα” τής Οικονομίας της. Στο πρόσφατο παρελθόν η τεχνική αυτή ακολουθήθηκε δυο ακόμη φορές. Την πρώτη φορά από το 1995 έως το σκάσιμο τής χρηματιστηριακής φούσκας το 2000 και την δεύτερη φορά στο χρονικό διάστημα 2001-07.

Ο οικονομολόγος Robert Brenner περιέγραψε τις δυο αυτές περιόδους στον πρόλογο τής ισπανικής έκδοσης τού βιβλίου του Economics of Global Turbulence. Αντιγράφω σε δυο συνέχειες εκτεταμένα αποσπάσματα από τον πρόλογο αυτό.     

Ο κεϋνσιανισμός τού χρηματιστηρίου

Από τις αρχές τού 1995, οι τιμές των αμερικάνικων μετοχών εκτοξεύτηκαν, με τον δείκτη S&P 500 να αυξάνεται κατά 62% μέχρι το τέλος τού 1996. Ήδη ως τα τέλη τού 1994, το χρηματιστήριο είχε γνωρίσει δώδεκα χρόνια εντυπωσιακής ανόδου, στη διάρκεια των οποίων οι τιμές των μετοχών είχαν διογκωθεί κατά 200%,παρά τη βουτιά τού 1987 και το μίνι κραχ τού 1989. Ωστόσο, αυτό το θεαματικό σκαρφάλωμα των αξιών των περιουσιακών στοιχείων ήταν λίγο πολύ δικαιολογημένο και είχε ωθήσει, μαζί με την αντίστοιχη αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων, στην ανάκαμψη τού ποσοστού απόδοσης που οδήγησε την αμερικάνικη οικονομία, σε κείνη τη φάση, στα πρόθυρα μιας νέας απογείωσης.

[…]

Για να διασφαλίσει τη σταθερότητα, αμέσως μετά τις κρίσεις τού μεξικάνικου πέσο[1] και τις κρίσεις τής Λατινικής Αμερικής η Fed διέκοψε απότομα την εκστρατεία που είχε εξαπολύσει για να αυξήσει τα επιτόκια τής προηγούμενης χρονιάς, και μείωσε το κόστος τού βραχυπρόθεσμου δανεισμού από 6,05% τον Απρίλιο τού 1995 σε 5,2% τον Ιανουάριο τού 1996 –και δεν το ξανααύξησε μέχρι το 1999 […] Εν τω μεταξύ, η Ιαπωνία για να εφαρμόσει την αντεστραμμένη Συμφωνία τής Πλάζα[2] και να «ρίξει» το γεν,

[α] μείωσε το προεξοφλητικό επιτόκιο και

[β] μαζί με άλλες ανατολικοασιατικές κυβερνήσεις που ήθελαν να κρατήσουν τα νομίσματά τους χαμηλά, εξαπέλυσαν ένα τεράστιο κύμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων εκφρασμένων σε δολάρια, ιδίως αμερικάνικων κρατικών χρεογράφων. […] Φαίνεται πως η αγορά τού αμερικάνικου κυβερνητικού χρέους από τούς ανατολικοασιάτες, υπήρξε ο βασικός παράγοντας που προκάλεσε κατά τη διάρκεια τού 1995, την εντυπωσιακή μείωση κατά 23% τού κόστους τού μακροπρόθεσμου δανεισμού. Όπως συμβαίνει συνήθως με την άνοδο των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, η ξαφνική σημαντική διευκόλυνση τής πίστωσης ήταν αυτή που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη νέα άνοδο τού χρηματιστηρίου. Όμως, μέχρι τώρα, με το δολάριο να ανεβαίνει οι υλικές βάσεις για την μακροχρόνια ανάκαμψη τής κερδοφορίας κατέρρεε, και αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να καταρρεύσουν και οι τιμές των μετοχών.

Εδώ είναι που μπήκαν στο παιχνίδι ο Άλαν Γκρίνσπαν και η Fed. Στη συνεδρίαση τής 24ης Σεπτεμβρίου 1996, τής FOMC (Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοιχτής Αγοράς, η επιτροπή που καθορίζει τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια τής αμερικάνικης οικονομίας), ο Λόρενς Λίντσεϊ (που είναι και μέλος τού Συμβουλίου των Διοικητών τής Fed), εξέφρασε την ανησυχία ότι οι αχαλίνωτες αυξήσεις στις τιμές των μετοχών ξεπερνούσαν κατά πολύ την πιθανή αύξηση των επιχειρηματικών κερδών και ότι είχε αρχίσει να διαφαίνεται η δημιουργία μιας φούσκας που δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σε μια γιγαντιαία στρεβλή κατανομή τού κεφαλαίου και τελικά σε ένα καταστροφικό σκάσιμό της. Ο πρόεδρος τής Fed, Άλαν Γκρίνσπαν, δεν διέψευσε ούτε για μια στιγμή την παρατήρηση τού Λίντσεϊ. «Αναγνωρίζω ότι σε αυτή τη φάση υπάρχει το ζήτημα τής φούσκας τού χρηματιστηρίου και συμφωνώ με τον πρόεδρο Λίντσεϊ ότι είναι ένα ζήτημα που πρέπει να προσέξουμε». Επιπλέον, ο Γκρίνσπαν αναγνώρισε ότι η Fed είχε πληθώρα μέσων στη διάθεσή της για να συρρικνώσει, αν το αποφάσιζε, τη φούσκα. […] Στην πραγματικότητα όμως, όπως ξεκαθάρισε και ο ίδιος, τόσο σε εκείνη τη συνεδρίαση όσο και στη συνέχεια δεν είχε καμία πρόθεση να καταπολεμήσει τη φούσκα με οποιαδήποτε μέθοδο.

[…]

Στην πραγματικότητα, όμως, όπως ξεκαθάρισε και ο ίδιος τόσο σε αυτή τη συνεδρίαση όσο και στη συνέχεια, δεν είχε καμία πρόθεση να καταπολεμήσει τη φούσκα με οποιαδήποτε μέθοδο.

[…]

Στην επόμενη συνεδρίαση τής FOMC, στις 13 Νοεμβρίου 1966, ο Λίντσεϊ, υποστηριζόμενος κι από αρκετούς άλλους, επανέλαβε τις ανησυχίες του για τις υπερτιμημένες μετοχές και για την απειλή τού πληθωρισμού και συνέστησε μια σημαντική αύξηση των επιτοκίων. Όμως ο Γκρίνσπαν προτίμησε να εμμείνει στην απόφασή του και, όπως πάντα, κέρδισε την αναμέτρηση. Μερικές εβδομάδες αργότερα, τον Δεκέμβριο τού 1996, ο Γκρίνσπαν εκφώνησε τελικά την περίφημη προειδοποίηση του για τον «παράλογο οργασμό» στις αγορές μετοχών. Παρόλα αυτά, και οι αξίες των μετοχών συνέχισαν να εκτοξεύονται στα ύψη αλλά και η Fed δεν έκανε απολύτως τίποτα για να τις σταματήσει.

[…]

Ο πρόεδρος τής Fed καταλάβαινε πολύ καλά την πτωτική πίεση που ασκείτο στην οικονομία ως αποτέλεσμα τής ανόδου τού δολαρίου, τής εκμηδένισης τού ομοσπονδιακού ελλείμματος και τής όλο  και μικρότερης ικανότητας τού υπόλοιπου κόσμου να προωθήσει τη δική του επέκταση πόσο μάλλον τής αμερικάνικης οικονομίας. Με τον παραδοσιακό κεϋνσιανισμό να έχει παραμεριστεί, έπρεπε να βρει έναν εναλλακτικό τρόπο να διασφαλίσει ότι θα διατηρείτο η αύξηση τής ζήτησης. Αν και ο Γκρίνσπαν γνώριζε πολύ καλά την πρωτότυπη μορφή οικονομικού προγράμματος στήριξης που είχαν εφαρμόσει οι Γιαπωνέζοι την προηγούμενη δεκαετία, ποτέ δεν την ανέφερε ξεκάθαρα.

[Παρένθεση: η γιαπωνέζικη φούσκα και το σκάσιμό της]

Το 1985-86, μετά τη Συμφωνία τής Πλάζα, η Ιαπωνία είχε έρθει αντιμέτωπη με μια κατάσταση αρκετά παρόμοια με την κατάσταση που βρέθηκαν οι ΗΠΑ το 1995-96. Η γρήγορη άνοδος τού γεν που τερμάτισε απότομα την στηριγμένη στη μεταποίηση και προσανατολισμένη στις εξαγωγές γιαπωνέζικη επέκταση τής προηγούμενης δεκαετίας, ασκούσε έντονη πτωτική πίεση στις τιμές και τα κέρδη και ωθούσε την οικονομία στην ύφεση. Για να αντιμετωπίσει την αρχόμενη κυκλική ύφεση, η κεντρική Τράπεζα τής Ιαπωνίας μείωσε δραστικά τα επιτόκια και φρόντισε ώστε οι Τράπεζες και οι χρηματιστές να διοχετεύσουν την συνακόλουθη ροή εύκολης πίστωσης στις αγορές μετοχών και γης. Η άνευ προηγουμένου άνοδος των τιμών των μετοχών και τής γης, που επακολούθησε στη διάρκεια τού δεύτερου μισού τής δεκαετίας, οδήγησε στην άνοδο τής αξίας όλων των τίτλων, πράγμα που είναι απαραίτητο για να μπορέσουν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να αυξήσουν το δανεισμό, τις επενδύσεις και την κατανάλωσή τους και να διατηρήσουν έτσι την επέκταση τής οικονομίας. Το αποτέλεσμα ήταν το μεγάλο γιαπωνέζικο μπουμ –και οι φούσκες που το συνόδευσαν- στο δεύτερο μισό τής δεκαετίας τού 1980.

[Η Fed στα βήματα τής Κεντρικής Τράπεζας τής Ιαπωνίας –με… δέκα χρόνια καθυστέρηση]

Ο Γκρίνσπαν ακολούθησε αυτό το γιαπωνέζικο μοντέλο. Τροφοδοτώντας αντί να περιορίζει την άνοδο των τιμών των μετοχών, δημιούργησε τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά θα μπορούσαν να δανειστούν με ευκολία ώστε να επενδύσουν στο χρηματιστήριο και να ανεβάσουν την αξία των μετοχών. Καθώς η χρηματιστηριακή αποτίμηση των επιχειρήσεων ανέβαινε, αύξανε και η καθαρή τους αξία[3] πράγμα που τούς έδινε τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν χρήματα με πολύ μεγάλη άνεση –είτε δανειζόμενες με εγγύηση τις συνεχώς βελτιούμενες αποτιμήσεις τους στην κεφαλαιαγορά, είτε πουλώντας τις υπερτιμημένες μετοχές τους- και έτσι να αυξάνουν τις επενδύσεις τους. Καθώς η περιουσία των πλούσιων νοικοκυριών διογκωνόταν, μπορούσαν να μειώσουν την αποταμίευσή τους, να δανειστούν περισσότερο και να αυξήσουν την κατανάλωσή τους. Έτσι η κυβέρνηση αντί να στηρίξει την ανάπτυξη αυξάνοντας κι αυτή τον δανεισμό και τις ελλειμματικές δαπάνες της- όπως γινόταν με τον παραδοσιακό κεϋνσιανισμό- τόνωσε την επέκταση παρέχοντας την δυνατότητα στις επιχειρήσεις και στα πλούσια νοικοκυριά να αυξήσουν τον δικό τους δανεισμό και τις δικές τους ελλειμματικές δαπάνες και κάνοντας τους πλουσιότερους (τουλάχιστον θεωρητικά) ενθαρρύνοντας την κερδοσκοπία στις μετοχές –μια μέθοδος που θα μπορούσε να ονομαστεί «κεϋνσιανισμός των τιμών των περιουσιακών στοιχείων». Έτσι το wealth effect των ανερχόμενων τιμών των περιουσιακών στοιχείων, εγγυήθηκε μια οικονομική άνθιση από την οποία έλειπαν οι βαθύτερες και θεμελιώδεις προϋποθέσεις της –και ιδιαίτερα η προοπτική ενός ικανοποιητικού ποσοστού απόδοσης των επενδύσεων.

[…]

Η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος [στήριξης] που δεν γίνεται εύκολα κατανοητή ακόμη κι αν λάβει κανείς υπόψη του την επιταχυνόμενη στροφή ολόκληρου τού πολιτικού καθεστώτος προς τα δεξιά, εγκαινίασε την New Gilded Age[4], όπως ορθώς ονομάστηκε. Οδήγησε, ωστόσο, όχι μόνο στον σχηματισμό κολοσσιαίων φουσκών στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων αλλά και στο σκάσιμό τους.

Όπως έγινε σε μεγάλο βαθμό και στην Ιαπωνία, η στήριξη τού χρηματιστηρίου από την Fed προκάλεσε μια άνοδο ιστορικών διαστάσεων στις τιμές των μετοχών και έτσι γίναμε μάρτυρες μιας ακόμα αναπαράστασης του γνωστού από την ιστορία κλασσικού δράματος τής ανόδου των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Ο βασικός όρος που επέτρεψε κάτι τέτοιο ήταν, όπως συνήθως, η φτηνή πρόσβαση στην πίστωση, τόσο η μακροπρόθεσμη –που αρχικά κληροδότησαν οι Ιάπωνες και οι Ανατολικοασιάτες μέσω τής μαζικής αγοράς ομολόγων τού αμερικανικού δημοσίου, με βάση την αντεστραμμένη Συμφωνία τής Πλάζα- όσο και η βραχυπρόθεσμη πίστωση που πρόσφερε και φαινομενικά διασφάλισε η Fed.

[…]

Το αποτέλεσμα ήταν οι αμερικάνικες επιχειρήσεις και τα πλούσια νοικοκυριά να μπορέσουν να αποκτήσουν πρόσβαση σε κυριολεκτικά απεριόριστα κεφάλαια, την ίδια στιγμή που η κερδοφορία των εταιρειών έπαυσε να ανεβαίνει και άρχιζε να πέφτει –μεταξύ των άλλων και ως συνέπεια τής ανόδου τού δολαρίου που βοηθούσε την ανοδική πορεία των τιμών των μετοχών- και η οικονομία απειλείτο στα σίγουρα με επιβράδυνση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο, οι επιχειρήσεις είχαν στηριχθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στα μη διανεμηθέντα κέρδη τους για να χρηματοδοτήσουν νέες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό καθώς και τις νέες προσλήψεις· απέφευγαν τα πολλά δάνεια, εκτός από τις περιόδους ύφεσης, και σπανίως κατέφευγαν στην έκδοση μετοχών για να συγκεντρώσουν χρήματα. Τώρα όμως, είτε δανειζόμενες σε πρωτοφανή κλίμακα για να επεκταθούν (όπως συνέβαινε στην περίπτωση των εδραιωμένων επιχειρήσεων) είτε προχωρώντας σε πρωτόγνωρες πωλήσεις μετοχών τους (όπως στην περίπτωση των αδοκίμαστων νεοϊδρυόμενων επιχειρήσεων στον χώρο των νέων τεχνολογιών) οι επιχειρήσεις μπόρεσαν κατά τη διάρκεια τού δεύτερου μισού τής δεκαετίας τού 1990 να χρηματοδοτήσουν ένα ισχυρό κύμα καπιταλιστικής συσσώρευσης που χαρακτηριζόταν από μια απότομη αύξηση των επενδύσεων και των νέων θέσεων εργασίας, παρά τη μείωση των ποσοστών απόδοσης και τελικά και τού καθαρού κέρδους. Εν τω μεταξύ το πλουσιότερο 20% τού πληθυσμού (στην εισοδηματική κλίμακα) που καρπώθηκε το μεγαλύτερο μέρος τής ανόδου τής αξίας των τίτλων (που οφείλονταν στην άνοδο των τιμών των μετοχών), καθώς έτυχε να κατέχει το 90% τού συνόλου των μετοχών, ευθύνεται για την πρωτοφανή άνθιση τής κατανάλωσης καθώς και για την μετέπειτα ξαφνική και πρωτόγνωρη μείωση τού ποσοστού ιδιωτικής αποταμίευσης στις ΗΠΑ. Από το 1950 ως το 1990, το ποσοστό ιδιωτικής αποταμίευσης ήταν κατά μέσο όρο 10,5% και ποτέ δεν είχε πέσει κάτω από 7,3%. Βυθίστηκε όμως από το 8,9% το 1992 στο -2,2% το 2000. Γιατί να αποταμιεύσεις όταν η αύξηση τής αξίας των περιουσιακών σου στοιχείων αποταμιεύει για σένα; Στην ιστορία τού καπιταλισμού ήταν συνηθισμένο οι φούσκες στις τιμές των μετοχών να προκύπτουν ως μια υπερβολικά ενθουσιώδης έκφραση τής οικονομικής άνθισης λόγω τής εισαγωγής μιας νέας τεχνολογίας, τής ταχύτερης ανάπτυξης τής παραγωγικότητας, των αυξανόμενων κερδών –δηλαδή να προκύπτουν από μια «εσφαλμένη» εκτίμηση των χρηματιστηρίων για τα εντυπωσιακά κέρδη στην πραγματική οικονομία. Όμως στην περίπτωση τής επέκτασης στα τέλη τής δεκαετίας τού 1990, η συνηθισμένη αιτιώδης σχέση αντιστράφηκε. Το μπουμ τής Νέας Οικονομίας πραγματοποιήθηκε ως άμεση εκδήλωση τής φούσκας τού χρηματιστηρίου μέσω τού wealth effect (φαινόμενο που προκάλεσε η ίδια η φούσκα), παρά και ενάντια στην εμφανιζόμενη πτωτική απόδοση των επενδύσεων. Ότι το μπουμ τής Νέας Οικονομίας στηριζόταν σε αυτή την πρωτοφανή έκρηξη κερδοσκοπίας, θα αποκαλυπτόταν πολύ σύντομα.    

 

[1] Κρίση τού μεξικάνικου πέσο: η μεξικάνικη οικονομική κρίση τού 1994 που προκλήθηκε/συνοδεύτηκε από την υποτίμηση τού μεξικάνικου νομίσματος και επεκτάθηκε σε άλλες χώρες τής Λατ. Αμερικής (επιπτώσεις τής κρίσης τής τεκίλας).

[2] Μέσω τής Συμφωνίας τής Πλάζα (1985) οι κυρίαρχες καπιταλιστικές δυνάμεις είχαν καταλήξει να προωθήσουν την ανατίμηση τού μάρκου και τού γεν για να αναστρέψουν την καταστροφική πορεία τής βιομηχανίας των ΗΠΑ.

[3] Καθαρή αξία (ή καθαρή θέση):το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων, των μετοχών και τού προνομιούχου μετοχικού κεφαλαίου τής επιχείρησης.

[4] New Gilded Age(η Νέα Επίχρυση Εποχή): Gilded Age είναι η περίοδος 1865-1901 τής γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης των ΗΠΑ. 

Συνεχίζεται

Σχόλια

12/07 16:17  Πατριάρχης
Ενδιαφέρον άρθρο.Ακόμη πιο ενδιαφέρον θεωρώ πως είναι η απομόχλευση.Διακινδυνεύοντας,θα κάνω μία πρόβλεψη:την απομόχλυεση θα την πληρώση μάλλον η μεσαία τάξη βλ. κούρεμα καταθέσεων.
12/07 16:24  cornelsen
Θα ακολουθήσει σε λίγες μέρες και το δεύτερο μέρος.
Ναι Πατριάρχη, η απομόχλευση (ή με άλλα λόγια καταστροφή/απαξίωση κεφαλαίου με μαρξικούς όρους) θα πρέπει να είναι τεραστίων διαστάσεων. Και απ' ότι φαίνεται θα "κουρευτούν" και καταθέσεις των μεσαίων εισοδημάτων και των μεσοστρωμάτων τής κοινωνίας (αυτό ανέφερα και στο http://cornel.capitalblogs.gr/showArticle.asp?id=43017&blid=95)
Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
8 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις