cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


Κρίση, μια ερμηνεία που δεν θα ακούσετε στα δελτία των οκτώ (I)
1122 αναγνώστες
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013
09:08

 

«Αν ο Μαρξ και ο Λένιν ήταν σήμερα ζωντανοί, θα ήταν βασικοί διεκδικητές τού βραβείου Νόμπελ για την οικονομία. […] Οι προβλέψεις τους είναι κατά πολύ ανώτερες από τα «οικονομικά μοντέλα» που σήμερα βραβεύονται με Νόμπελ και από τις προβλέψεις των κεντρικών τραπεζιτών, των υπουργών Οικονομικών και των νομπελιστών οικονομολόγων»*

 

Δεν παριστάνω τον γνώστη ή τον ερμηνευτή των απόψεων τού Κάρολου. Δεν κάνω επιστημονική ανάλυση. Απλώς θα προσπαθήσω να δώσω με απλό τρόπο μια άλλη άποψη που εξηγεί με έναν διαφορετικό τρόπο την κρίση. Μια κρίση που έχει συγκεκριμένο επιθετικό προσδιορισμό. Μια κρίση που άλλοι την «εξήγησαν» με τον χυδαίο τρόπο τού καλοπληρωμένου παπαγάλου («φταίει το μεγάλο κράτος και οι ταξιτζήδες»), άλλοι την χρέωσαν (μόνο) στον καζινοκαπιταλισμό, άλλοι ελπίζουν ότι θα ξεπεραστεί οριστικά με τα ευρωομόλογα. 

 

1. Ο ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ – ΜΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

«Α. Στον δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής (Δ.Τ.Π.) ο άμεσα εργαζόμενος είναι ιδιοκτησία τού ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και η εκμεταλλευτική σχέση είναι άμεσο αποτέλεσμα άσκησης βίας. Η μορφή τής παραγωγικής μονάδας είναι το ενιαίο κτήμα όπου άμεσα εργαζόμενοι και μέσα παραγωγής συγκροτούν μια ενότητα. Το υπερπροϊόν εξάγεται με τη μορφή τής ιδιοποίησης τού συνόλου τής εργασίας και η παραγωγική διαδικασία κατανέμεται από τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής εκ των προτέρων. Η ανάγκη τής ανταλλαγής είναι θεωρητικά περιορισμένη.

Β1. Στον φεουδαλικό τρόπο παραγωγής (Φ.Τ.Π.) ο άμεσα εργαζόμενος διατηρεί την ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής αλλά και την κατοχή τού σημαντικότερου από αυτά, τής γης, ενώ ο μη άμεσα εργαζόμενος διαθέτει τη νομική ιδιοκτησία τής γης. Η εκμεταλλευτική σχέση παίρνει τη μορφή τής εξάρτησης μέσω εξωοικονομικών καταναγκασμών (δουλοπάροικος - φεουδάρχης). Η παραγωγική διαδικασία συντελείται σε μονάδες δυαδικής μορφής: αγρόκτημα τού φεουδάρχη περιβαλλόμενο από τεμάχια γης που κατέχονται από τούς δουλοπάροικους. Η ανταλλαγή είναι περιορισμένη και συντελείται σε είδος, κατά κύριο λόγο. Το υπερπροϊόν εξάγεται με τη μορφή τής υπερεργασίας στο αγρόκτημα τού ιδιοκτήτη τής γης.

Β2. Στον ασιατικό τρόπο παραγωγής (Α.Τ.Π.) ο άμεσα εργαζόμενος έχει την ιδιοποίηση και την κατοχή των μέσων παραγωγής και μάλιστα τού σημαντικότερου, τής γης, περνώντας όμως μέσα από συλλογικές μορφές κατοχής («κοινότητες») η εκμεταλλευτική σχέση βασίζεται σε εξωοικονομικούς παράγοντες, πολιτικούς και ιδεολογικούς. Η παραγωγική διαδικασία γίνεται σε «συλλογικής» μορφής μονάδες. Το υπερπροϊόν παίρνει τη μορφή τού φόρου ή «δοσίματος» και η ανταλλαγή είναι θεωρητικά περιορισμένη.

Γ. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (Κ.Τ.Π.) [συμπεριλαμβανόμενου τού κρατικού καπιταλισμού όπου τα μέσα παραγωγής ανήκουν στον συλλογικό καπιταλιστή, το κράτος] ο άμεσα εργαζόμενος είναι αποχωρισμένος και από την ιδιοποίηση και από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Η εκμεταλλευτική σχέση παίρνει τη μορφή τής μισθωτής σχέσης εργασίας. Η παραγωγική διαδικασία γίνεται σε ιδιωτικές παραγωγικές μονάδες όπου ισχύει ο τεχνικός και κοινωνικός καταμερισμός τής εργασίας. Οι σχέσεις ανταλλαγής υπακούουν στο νόμο τής αξίας, στον οποίο υπάγεται και η εργατική δύναμη. Η σύνθεση των ιδιωτικών παραγωγικών διαδικασιών σε κοινωνική διαδικασία γίνεται μέσω τής εμπορευματικής ανταλλαγής. Τέλος, το υπερπροϊόν εξάγεται από τούς άμεσους εργαζόμενους με τη μορφή τής υπεραξίας.»

περιοδικό «Θέσεις» τχ. 16/Ιουλ.-Σεπτ.1986

Ιδιαιτερότητες τού Κ.Τ.Π.

η εργασία είναι κοινωνικοποιημένη και καταμερισμένη σε απόλυτο βαθμό αλλά το προϊόν της ιδιοποιείται σε ατομική βάση  

ο καπιταλισμός επαναστατικοποιεί την παραγωγή  

οι επενδύσεις  γίνονται με βάση το κέρδος και όχι τις ανάγκες τής κοινωνίας

η παραγωγή γίνεται άναρχα, χωρίς σχεδιασμό

το χρήμα δεν λειτουργεί μόνο ως μέτρο αξιών αλλά επιπλέον ως μέσο κυκλοφορίας εμπορευμάτων και ως κεφάλαιο. Ενώ στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες ισχύει το σχήμα Ε-->Χ-->Ε΄ (το περίσσευμα τής παραγωγής γίνεται εμπόρευμα και ανταλλάσσεται μέσω τού χρήματος με άλλα εμπορεύματα) στον ΚΤΠ γίνεται Χ-->Ε(=Π.Ε.+Π.Υ.+Μ)-->Χ΄ (με Χ΄>Χ), δλδ το κεφάλαιο με την μορφή χρήματος Χ μετατρέπεται σε εμπόρευμα Ε (=πάγιο εξοπλισμό_Π.Ε., πρώτες ύλες_Π.Υ. και μισθούς_Μ) και στο τέλος ξαναπαίρνει την μορφή χρήματος Χ΄ (μεγαλύτερο τής  αρχικής ποσότητας Χ)    

η εμπορευματική παραγωγή είναι γενικευμένη. Το προϊόν τής εργασίας παράγεται με σκοπό την πώληση και όχι την κατανάλωση του από τον παραγωγό (άρα το προϊόν είναι εμπόρευμα). Ακόμη και η εργατική δύναμη (η ικανότητα τού εργάτη να παράγει) είναι εμπόρευμα που ενοικιάζεται από τον κάτοχό της (τον εργάτη) στον κάτοχο κεφαλαίου (τον καπιταλιστή)

η Ιστορία τού καπιταλισμού είναι μια συνεχής διαδοχή από κύκλους ανάπτυξης-κρίσης-ύφεσης-σταθεροποίησης και ξανά από την αρχή

 

2. «ΔΙΧΑΣΜΕΝΟ ΚΟΡΜΙ»

 

2α. Δύο αξίες μέσα στο ίδιο «σώμα»

 

Στο μεγαλύτερο μέρος τής ανθρώπινης Ιστορίας τα διάφορα αγαθά παράγονταν για να εξυπηρετήσουν τις ανθρώπινες ανάγκες. Η ανθρώπινη εργασία, είτε συλλογικά (στις πρωτόγονες κοινότητες) είτε κάτω από την επίβλεψη τού άρχοντα (δουλοκτήτη ή φεουδάρχη), παρήγαγε τα απαραίτητα για την επιβίωση τής κοινωνίας –και την καλοπέραση τού αφεντικού βεβαίως. Ότι περίσσευε στον κάθε επιμέρους ή στον συλλογικό παραγωγό έμπαινε στην διαδικασία τής ανταλλαγής.

Στην ιστορική φάση τού καπιταλισμού η παραγωγή αποσκοπεί κατ’ αρχάς στο κέρδος με πρόσχημα την ικανοποίηση των αναγκών. Εδώ όλα –ή σχεδόν όλα- γίνονται εμπορεύματα δηλαδή παράγονται για να πουληθούν. Ακόμα και η εργατική δύναμη (η ικανότητα τού εργάτη για παραγωγή). Ζούμε σε έναν κόσμο «γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής».

Κάθε εμπόρευμα κρύβει μέσα του δύο αξίες.

Η πρώτη είναι η αξία χρήσης (α.χ.). Εκφράζει την χρησιμότητα τού εμπορεύματος, την αιτία για την οποία οι άνθρωποι το χρειάζονται. Αξίες χρήσης παράγονταν σε όλες τις εποχές τής Ιστορίας και δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα.

Η δεύτερη είναι η ανταλλακτική αξία (α.α.). Αναφέρεται στο ποσόν που μπορεί να πουληθεί ένα εμπόρευμα. Το αν κάτι έχει α.α. εξαρτάται από τις κοινωνικές σχέσεις. Το ψωμί που έψηνε η γιαγιά μου στον φούρνο με τα φρύγανα (και δεν ήταν εμπόρευμα) είχε α.χ. αλλά όχι α.α. Το ψωμί που αγοράζω εγώ από το σούπερ μάρκετ έχει και τις δύο. Δυστυχώς όμως  αυτές οι δύο αξίες δεν ταυτίζονται.

Μια παρένθεση εδώ. Η ατυχία μας, η ατυχία που γεννά τις οικονομικές κρίσεις, βρίσκεται σ’ αυτήν την «συγκατοίκηση». Γράφει ο Ντ. Μπενσαΐντ:

Η δυνατότητα των κρίσεων απορρέει από την διπλοπροσωπία τού εμπορεύματος. Όπως κάθε καλός αστός, το εμπόρευμα κάνει διπλή ζωή. […] Αυτή η διπλή ζωή φέρει μέσα της τον μόνιμο κίνδυνο διάσπασης: «Αυτή η διπλή ζωή πρέπει να προχωρήσει ως τη διαφορά, η διαφορά ως την αντίθεση και την αντίφαση ανάμεσα στην ειδική φύση τού εμπορεύματος ως προϊόντος [δηλαδή ως α.χ] και τη γενική του ως ανταλλακτικής αξίας».

 

2β. Η εργασία - δύο αξίες, δύο "εργασίες"

 

Αλλά που οφείλονται, τι αντανακλούν αυτές οι δυο αξίες; Πρώτος απάντησε ο Άνταμ Σμιθ.

«Όλος ο πλούτος τού κόσμου αρχικά αγοράσθηκε όχι με χρυσό και άργυρο, αλλά με την εργασία, και η αξία του γι’ αυτούς που τον κατέχουν και θέλουν να τον ανταλλάξουν με κάποια νέα προϊόντα είναι ακριβώς ίση με την ποσότητα εργασίας την οποία ο πλούτος αυτός τούς επιτρέπει να αγοράσουν ή να ελέγχουν».

Καλό ακούγεται. Αλλά αν η αξία αντανακλούσε ευθέως την εργασία, τα προϊόντα ενός αδέξιου παραγωγού (ή ενός παραγωγού με λίγα εργαλεία και δεξιότητες) θα είχαν μεγαλύτερη αξία! Εδώ συνεχίζει ο Μαρξ: η α.α. ενός εμπορεύματος εξαρτάται όχι γενικά από τον χρόνο εργασίας (ατομικός χρόνος εργασίας, α.χ.ε) αλλά από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας (κ.α.χ.ε)

«ο οποίος απαιτείται για να παραχθεί οποιοδήποτε προϊόν υπό κανονικές συνθήκες παραγωγής και με το μέσο βαθμό δεξιοτήτων και έντασης τής εργασίας που επικρατούν σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή»

Κάτι σαν μέσος όρος τού χρόνου εργασίας των διαφόρων παραγωγών που κατασκευάζουν το ίδιο προϊόν. 

Πού είναι όμως οι «δύο εργασίες»;

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα. Ας αναφερθούμε σε έναν χτίστη και σε έναν φούρναρη. Ο πρώτος με το μυστρί και το φραγκόφτυαρο χτίζει σπίτια και ο δεύτερος με τα μηχανήματά του φτιάχνει ψωμιά. Εδώ έχουμε δύο συγκεκριμένες εργασίες (σ.ε) που παράγουν δύο διαφορετικές αξίες χρήσης. Από την στιγμή όμως που τα δυο προϊόντα (το σπίτι και το ψωμί) μπαίνουν σε κυκλοφορία, δηλαδή μετατρέπονται σε εμπορεύματα, και μόνο τότε, αποκτούν και ένα νέο κοινό χαρακτηριστικό περιεχόμενο: την αφηρημένη εργασία (αφ.ε.). Την στιγμή που τα προϊόντα τού ανθρώπινου μόχθου μπαίνουν στην αγορά, αυτομάτως «τιμολογούνται» σε μια κλίμακα που δεν αναφέρει ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ εργασία (τού χτίστη ή τού φούρναρη) έχει προηγηθεί. Η κλίμακα αυτή «ομογενοποιεί» όλων των ειδών τις σ.ε. ώστε να κάνει συγκρίσιμα τα εμπορεύματα. Για να μπορέσουν να ανταλλαγούν τα εμπορεύματα χρειάζονται ένα κοινό ισοδύναμο που δεν είναι άλλο από το χρήμα. Λέει συγκεκριμένα ο Μαρξ:

«Κάθε εργασία είναι, από τη μια, ξόδεμα ανθρώπινης εργατικής δύναμης με τη φυσιολογική έννοια, και με αυτήν την ιδιότητα τής όμοιας ανθρώπινης ή αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας [αφ.ε] αποτελεί την αξία [α.α] τού εμπορεύματος.

Κάθε εργασία είναι, από την άλλη, ξόδεμα ανθρώπινης εργατικής δύναμης με την ιδιαίτερη καθορισμένη σκόπιμη μορφή, και με την ιδιότητα αυτή τής συγκεκριμένης ωφέλιμης εργασίας [σ.ε] παράγει αξίες χρήσης [α.χ]».

Όμως κάθε είδους εργασία μπορεί να ενταχθεί στην ομογενοποιημένη αυτή εργασία, να γίνει δηλαδή αφ.ε.; Μπορώ να ανεβοκατεβάζω μια πέτρα στο βουνό και να απαιτώ να ενταχθεί αυτή η δραστηριότητά μου, αυτή η «εργασία», στην εργασία που είναι χρήσιμη στην κοινωνία για να επιβιώσει και να αναπαραχθεί (κοινωνική εργασία, κ.ε.); Στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες (πρωτόγονες, δουλοκτητικές, φεουδαρχικές) ο καταμερισμός εργασίας έχει «συμφωνηθεί» πριν η κοινωνική εργασία πραγματοποιηθεί. Έτσι κάθε σ.ε. εντασσόταν στην κοινωνική εργασία (εκτός βέβαια από το ανεβοκατέβασμα τής πέτρας στο βουνό). Στον καπιταλισμό ο καταμερισμός εργασίας γίνεται χωρίς προγραμματισμό, χωρίς κοινωνικό σχέδιο. Οι παραγωγοί παράγουν όχι μόνο απομονωμένοι αλλά και ανταγωνιστικά μεταξύ τους ενώ ταυτοχρόνως ο εμπορευματικός χαρακτήρας τής παραγωγής δεν επιτρέπει στις συγκεκριμένες εργασίες να γίνονται αυτομάτως και χρήσιμες (κοινωνικά) εργασίες. Αφού η παραγωγή γίνεται με στόχο την ανταλλαγή, η σ.ε. μπορεί να μην μετατραπεί ποτέ σε κοινωνική εργασία. Αυτό όμως ο παραγωγός της θα το ανακαλύψει μόνο όταν, μπαίνοντας στην αγορά, δει ότι ολόκληρη η εργασία του –ή και μέρος της- ήταν χωρίς αντίκρισμα.

Να λοιπόν που η αφ.ε. δεν μπορεί να υπολογιστεί εκ των προτέρων αλλά ούτε και μπορεί να αποτιμηθεί ακριβώς σε πραγματικές ώρες εργασίας. Αλλά και να μπορούσε ίσως να μην είχε μεγάλη σημασία. 

Σχηματικά:

Κάθε προϊόν έχει μέσα του μια συγκεκριμένη μορφή εργασίας η οποία δίνει στο προϊόν και μια αξία χρήσης.

Την στιγμή που το προϊόν «βγαίνει» στην αγορά γίνεται εμπόρευμα και τιμολογείται στην κλίμακα τής αφηρημένης εργασίας με βάση τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας αποκτώντας ΚΑΙ ανταλλακτική αξία.

 

3. Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ – ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

«Η δυνατότητα εμφάνισης των κρίσεων υπάρχει ως πιθανότητα ακόμα και από την απλή εμπορευματική παραγωγή με την εμφάνιση τού χρήματος ως μέσου ανταλλαγής και πληρωμής. Ωστόσο αυτές γίνονται αναπόφευκτες μόνο στην αναπτυγμένη καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή»

Ι. Τόλιος: «Η μαρξιστική θεωρία για τις οικονομικές κρίσεις»

 

Το κεφάλαιο δεν είναι τίποτε άλλο από την «νεκρή εργασία» που έχει παραχθεί στο παρελθόν και που επενδυόμενη στον παρόντα χρόνο αποσκοπεί στην απομύζηση υπεραξίας από την «ζωντανή μισθωτή εργασία». Όπως γράφει ο Μαρξ: «το κεφάλαιο δεν είναι παρά νεκρή εργασία που, σαν βρικόλακας, ζει μόνο επειδή ρουφάει το αίμα τής ζωντανής εργασίας. Και τόσο περισσότερο ζει όσο περισσότερο από αυτό το αίμα ρουφάει». Κεφάλαιο, για παράδειγμα, είναι το πλοίο τού εφοπλιστή γιατί με αυτό παίρνει υπεραξία από τούς ναυτικούς του όχι όμως και η θαλαμηγός του (παρότι κι αυτή… πλέει στην θάλασσα) με την οποία πάει διακοπές.

Το κεφάλαιο είναι καταδικασμένο να αλλάζει συνεχώς μορφές και γι’ αυτό να διαγράφει κύκλους και να βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση. Ξεκινά την ζωή του με την μορφή τού χρήματος, μετατρέπεται σε μηχανήματα, πρώτες ύλες και μισθούς, εξελίσσεται σε εμπόρευμα και καταλήγει ξανά να γίνει χρήμα. Σε κάθε μετατροπή του, σε κάθε μεταμόρφωσή του, όμως κινδυνεύει να πάθει… ανακοπή. Βασική προϋπόθεση  επιβίωσής του είναι η δυνατότητα να συντηρείται ο κύκλος. Αν για κάποιον λόγο το εμπόρευμα δεν πουληθεί τότε η υπεραξία (δλδ ο τρελός, ο διακαής πόθος τού κεφαλαίου που έχει αντληθεί στην φάση τής παραγωγής), δεν μπορεί να πραγματωθεί στην φάση τής κυκλοφορίας –όπως, λογικά, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί και το κέρδος.

«Ας υποθέσουμε ότι ένας [επιχειρηματίας] μαραγκός κατασκευάζει ένα τραπέζι σε δέκα μέρες και ένας ανταγωνιστής του βρήκε, εν αγνοία τού πρώτου, ένα μέσο να κατασκευάζει το ίδιο τραπέζι σε μια μέρα. Όταν παρουσιαστούν και οι δυο στην αγορά, ο πρώτος θα είναι πολύ ακριβός. Το τραπέζι του δεν θα πουληθεί. Θα καταδικαστεί σε χρεοκοπία. Η εργασία του θα έχει δαπανηθεί τσάμπα, διότι δεν θα έχει επικυρωθεί από την αγορά ως κοινωνικώς ωφέλιμη. Για να γίνει αυτό, το εμπόρευμα θα έπρεπε να κάνει το τελευταίο του άλμα, να μετατραπεί από εμπόρευμα σε χρήμα, άλμα τού αγγέλου ή άλμα τού θανάτου, ανάλογα με το αν επιτύχει ή όχι. Αλλά γι’ αυτό ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να έχει καμία εκ των προτέρων εγγύηση.»

Κάθε μια από τις μεταμορφώσεις τού κεφαλαίου ενέχει τον κίνδυνο να αποδειχτεί ένα άλμα στο κενό. Όπως λέει ο Μαρξ κριτικάροντας την θεωρία όσων ισχυρίζονται πως η αγορά από μόνη της λύνει το πρόβλημα τής ανισορροπίας ανάμεσα στην προσφορά και την ζήτηση: 

«Δεν υπάρχει πιο ηλίθιο πράγμα από το δόγμα που λέει ότι η κυκλοφορία των εμπορευμάτων προϋποθέτει την αναγκαία ισορροπία των πωλήσεων και των αγορών, επειδή κάθε πώληση είναι και αγορά και vice versa (...) Κανένας δεν μπορεί να πουλήσει χωρίς να αγοράσει κάποιος άλλος. Μα κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να αγοράσει αμέσως γιατί πούλησε ο ίδιος. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων σπάει τούς χρονικούς, τοπικούς και ατομικούς φραγμούς τής άμεσης ανταλλαγής προϊόντων ακριβώς επειδή διασπάει σε δύο αντίθετες πράξεις, σε πώληση και αγορά, την άμεση ταυτότητα που υπάρχει ανάμεσα στο δόσιμο τού δικού του προϊόντος και στο πάρσιμο σε αντάλλαγμα τού ξένου.»

Το «άλμα στο κενό» για το κεφάλαιο -και επομένως ο «ξαφνικός θάνατος» του- στον καπιταλισμό είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο, ακόμα και σε εποχές ευημερίας –όπως η «χρυσή εποχή» τού καπιταλισμού από το 1950 ως το 1975. Άλλες φορές η ζημιά μπορεί να απορροφηθεί είτε από προγενέστερα κέρδη τού καπιταλιστή είτε από άλλους καπιταλιστές με τούς οποίους συνεργάζεται (πιστωτές, πελάτες). Άλλες φορές πάλι η ζημιά δεν απορροφάται και το πρόβλημα το λύνουν τα δικαστήρια κηρύσσοντας σε πτώχευση (και σε προστασία από τούς πιστωτές του) τον συγκεκριμένο καπιταλιστή.

Στην πραγματικότητα το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο αν σκεφτούμε ότι κανένα κεφάλαιο δεν δρα «μοναχικά» στην αγορά. Ο κύκλος κάθε «μοναχικού» κεφαλαίου μπλέκεται με τούς κύκλους άλλων «μοναχικών» κεφαλαίων. Και ο «ξαφνικός θάνατος» τού ενός μπορεί να προκαλέσει προβλήματα –ή και ξαφνικούς θανάτους- και σε άλλα κεφάλαια. Κυρίως δε τού τραπεζικού κεφαλαίου που παρέχει πιστώσεις και χρήμα σε ολόκληρη την οικονομία.

Υπάρχουν εποχές που το πρόβλημα εξαπλώνεται σε ολόκληρους κλάδους τής οικονομίας ή και σε ολόκληρες χώρες. Είναι οι εποχές που όλοι μιλούν για κρίση. Είναι οι εποχές που οι εγγενείς αντιφάσεις τού ΚΤΠ φέρνουν στην επιφάνεια τον βίαιο διαχωρισμό εννοιών που σε ομαλές συνθήκες κρύβονται καλά στους δεσμούς τής προσφοράς και τής ζήτησης. Είναι οι εποχές που η ανταλλακτική αξία παίρνει διαζύγιο από την αξία χρήσης, η φούσκα τής κυκλοφορίας τού κεφαλαίου αποχωρίζεται από την παραγωγή, το εμπόρευμα παύει «να εξισούται με την γενική του μορφή, το χρήμα». Είναι οι εποχές που ο πωλητής αναζητά με αγωνία τον αγοραστή αφού «το εμπόρευμα πρέπει απαραιτήτως να μετατραπεί σε χρήμα, ενώ το χρήμα δεν είναι απαραίτητο να μετατραπεί άμεσα σε εμπόρευμα». Είναι οι εποχές που, όπως γράφει ο Μαρξ,

«τα κεφάλαια-εμπορεύματα αλληλοσπρώχνονται στην αγορά. Για να πουλήσουν, αυτοί που κατέφθασαν τελευταίοι ρίχνουν τις τιμές, ενώ τα προηγούμενα αποθέματα δεν έχουν πωληθεί όταν λήγει η προθεσμία εξόφλησής τους. Οι κάτοχοί τους είναι υποχρεωμένοι να κηρύξουν πτώχευση ή να ξεπουλήσουν όσο όσο για να πληρώσουν. Αυτή η πώληση δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην κατάσταση τής ζήτησης, αλλά μόνο στη ζήτηση πληρωμής, στην απόλυτη αναγκαιότητα να μετατραπεί το εμπόρευμα σε χρήμα. Η κρίση ξεσπάει.»

Και σε άλλο σημείο:

«Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη, προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία τής υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται ριγμένη πίσω, σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. (...) Η βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα. Και γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολύ βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο (...) Πώς ξεπερνά η αστική τάξη τις κρίσεις; Από το ένα μέρος καταστρέφοντας αναγκαστικά μάζες από παραγωγικές δυνάμεις. Από το άλλο κατακτώντας καινούργιες αγορές και εκμεταλλευόμενη πιο βαθιά τις παλιές. Πώς λοιπόν; Προετοιμάζοντας πιο ολόπλευρες και πιο τεράστιες κρίσεις και ελαττώνοντας τα μέσα για να προλαβαίνει τις κρίσεις».

(Σας θυμίζουν κάτι από την Ελλάδα τής κρίσης; Μόνο σε κάτι διαφέρει η δική μας εικόνα: «αυτοί που κατέφθασαν τελευταίοι ΔΕΝ ρίχνουν τις τιμές». Φροντίζει το (αστικό «μας») κράτος γι’ αυτό. J)

 

Συνεχίζεται 

 

 

* Πολ Κρεγκ Ρόμπερτς, υπουργός Οικονομικών τού Ρήγκαν – περιοδικό Counter Punch (Ρούσος Βρανάς, "ΤΑ ΝΕΑ", 9.10.2010)

Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
6 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις