cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


Η προϊστορία τής 20ής Δεκεμβρίου
1021 αναγνώστες
Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011
21:43

Η Αργεντινή είχε αποκτήσει την εθνική πολιτική της ανεξαρτησία από το 1816. Έναν αιώνα πριν [δλδ στις αρχές τού 20ού αιώνα], ήταν μια χώρα με μια οικονομία παρόμοια με αυτή τής Αυστραλίας, τού Καναδά ή τής Νέας Ζηλανδίας, προσανατολισμένη στις εξαγωγές προς τη Δυτική Ευρώπη εξαιρετικά επικερδών προϊόντων μιας μεγάλης καπιταλιστικής αγροτικής παραγωγής (κρέας, μαλλί, σιτηρά). Την αποκαλούσαν «σιτοβολώνα τού κόσμου». Το εργατικό δυναμικό [το αποτελούσαν] μετανάστες και εποχιακοί εργάτες από την Ισπανία και την Ιταλία […] Το παραγόμενο προϊόν ανά εργάτη ήταν σημαντικά μεγαλύτερο από την Ιταλία και τη Γαλλία. Η άρχουσα τάξη τής Αργεντινής είχε στενούς δεσμούς με τη βρετανική άρχουσα τάξη.

[…]

Η Αργεντινή στο ξεκίνημα τού Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, πλησίαζε πολύ στο να είναι ένα σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος, μάς πληροφορεί μια μαρξιστική ανάλυση τού περονισμού.

 

[1920 – 1970: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ]

 

Το πρόβλημα όλων των μερίδων τής αργεντίνικης καπιταλιστικής τάξης στον 20ό αιώνα, δεν ήταν ότι από την Αργεντινή έλειπε η εθνική πολιτική της ανεξαρτησία. […] Το πρόβλημα ήταν ότι η αργεντίνικη άρχουσα τάξη είχε στον έλεγχό της ένα κράτος με σχετικά μικρή ντόπια αγορά και σχετικά λίγες πηγές, μέσα σε ένα κόσμο πολύ πλουσιότερων αρχουσών τάξεων με μεγαλύτερες αγορές και πολύ περισσότερες πηγές. Αυτό το μήνυμα έφτανε με πολύ άγριο τρόπο στην Αργεντινή κάθε φορά που η παγκόσμια τιμή των αγροτικών προϊόντων έπεφτε και μαζί μ’ αυτή και τα κέρδη. […]

Ανταποκρίθηκε σε αυτά τα προβλήματα, μετά τη δεκαετία τού 1930, επιχειρώντας να διοχετεύσει τα κέρδη από την αγροτική παραγωγή στο κτίσιμο πιο «ανθεκτικών» μεταποιητικών και εξορυκτικών βιομηχανιών με κατεύθυνση μια «προστατευμένη» εσωτερική αγορά. Αυτή την διαδικασία, που την ξεκίνησαν κυβερνήσεις που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων καπιταλιστών (τής «ολιγαρχίας»), την συνέχισε και την κλιμάκωσε ο Περόν στα τέλη τής δεκαετίας τού ’40, και στον ίδιο δρόμο κινήθηκαν και οι μετα-περονικές κυβερνήσεις τις δεκαετίες τού ’50 και τού ’60. Η βιομηχανική καπιταλιστική τάξη, που τώρα πια επισκίαζε την παλιά αγροτική καπιταλιστική ολιγαρχία, αποτελείτο από δυο διαπλεκόμενες μερίδες. Υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός ιδιωτών καπιταλιστών που κυριαρχούσαν στη μεσαία και μικρή βιομηχανία, ενώ οι κρατικοί γραφειοκράτες (συμπεριλαμβανόμενων των στρατιωτικών) διαχειρίζονταν τις περισσότερες από τις νέες μεγάλης κλίμακας βιομηχανίες τού σιδήρου και τού χάλυβα, τής παραγωγής ενέργειας και τού πετρελαίου.

[Η διαδικασία ανακατανομής και εδραίωσης της νέας εξουσίας έγινε μέσα σε μια 40ετία φοβερής πολιτικής αστάθειας: 1932-37 στρατιωτική κυβέρνηση (σ.κ) Ουριμπούρου, 1937-43 κοινοβουλευτική κυβέρνηση (κ.κ) Ορτίς, 1943-51 σς.κς Ραμίρες, Φαρέλι, Χ. Περόν, 1951-55 κ.κ Χ. Περόν, 1955-58 κ.κ υπό την εποπτεία του στρατού, 1958-62 κ.κ Φροντίσι, 1963-66 κ.κ Ίλια, 1966-73 κς.κς (υπό την εποπτεία του στρατού) Ογκανία, Λέβινγκστον, Λανούσε] […]

Με τέτοια μέτρα, η Αργεντινή πέτυχε την εκβιομηχάνισή της. Τη δεκαετία τού ’70, μόνο το 13% τού πληθυσμού απασχολιόταν στη γη, σε σύγκριση με το 34% στη βιομηχανία. Ο ρυθμός τής βιομηχανικής επέκτασης αυτά τα χρόνια ήταν συγκρίσιμος με τής Ιταλίας […] Μερικά στατιστικά στοιχεία από το 1972 δείχνουν πόσο μικρή ήταν η διαφορά που χώριζε τις δύο χώρες […] Οι Αργεντίνοι ήταν σε καλύτερη θέση στο ζήτημα τής διατροφής, οι Ιταλοί είχαν μεγαλύτερη πρόσβαση σε διαρκή αγαθά. […]

 

[Η ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ ΜΕΤΑ ΤΟ 1970 – ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΝΕΑΣ ΘΕΣΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΑΤΑΜΕΡΙΣΜΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ]

 

Οι αλλαγές [μετά] το 1972 ήταν τεράστιες. […] Η Αργεντινή […] σήμερα [το 2002] γνωρίζει μια φτώχεια που η Ιταλία δεν γνώρισε ποτέ μετά τη δεκαετία τού ’40. Αυτό, όμως, δεν οφείλεται στην «υπανάπτυξη» τής Αργεντινής. Οφείλεται στις αντιφάσεις που αντιμετωπίζει ένας αδύνατος καπιταλισμός, όταν φτάσει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης. Από μια καπιταλιστική οπτική γωνία, η Αργεντινή έχει «αναπτυχθεί» από το 1972. Όμως οι συνθήκες ζωής τής πλειοψηφίας τού πληθυσμού έχουν χειροτερέψει. Καμιά εθνική καπιταλιστική άρχουσα τάξη δεν μπορεί να επαναπαύεται στις δάφνες της. Οι ανταγωνιστικοί εθνικοί καπιταλισμοί συσσωρεύουν [κέρδη και κεφάλαιο] ασταμάτητα και κανείς δεν θ’ αντέξει αν μείνει πίσω. Εκείνος ο καπιταλισμός που κυριαρχεί σε μια σχετικά μικρή οικονομία αντιμετωπίζει πολύ πιο οξυμμένα προβλήματα […]Η εξασφάλιση προστασίας για τις ντόπιες αγορές, στο παρελθόν πρόσφερε μια βραχυπρόθεσμη λύση σε μερικά από αυτά τα προβλήματα. Αλλά η στενότητα τής αγοράς σημαίνει ότι το κόστος παραγωγής είναι δυσανάλογα μεγάλο και οι πηγές για παραπέρα συσσώρευση περιορισμένες. Από εδώ προκύπτουν και οι […]αλλεπάλληλες αναδιαρθρώσεις για να περάσει το κεφάλαιο από τα χέρια των μικρών επιχειρήσεων στα χέρια των μεγάλων. […]Έτσι εξηγείται

* […]το άνοιγμα τής οικονομίας στις πολυεθνικές

* η αγριότητα των συγκρούσεών τού κεφαλαίου με την εργατική τάξη,

* αλλά και […]το ότι καταφεύγει συχνά για προστασία στους στρατιωτικούς, […]και στις ντιρεκτίβες τού ΔΝΤ.    

   

[ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΤΑΘΕΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ - Η ΑΝΟΙΚΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΩΣ «ΛΥΣΗ» ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ]

 

[…]Από το 1951 και μετά, ο αργεντίνικος καπιταλισμός μπορούσε να συνεχίσει την εκβιομηχάνιση μόνο αυξάνοντας το βαθμό εκμετάλλευσης. Αυτό είχε σαν συνέπεια το χτύπημα του βιοτικού επιπέδου που είχαν συνηθίσει οι εργάτες. Για να ακολουθήσει τους ανταγωνιστές του στην παγκόσμια αγορά, η συσσώρευση έπρεπε να κατευθύνεται σε τομείς της βιομηχανίας που παράγουν μέσα παραγωγής και όχι σε τομείς που παράγουν καταναλωτικά αγαθά που θέλουν οι εργάτες […]Κάθε βήμα βιομηχανικής επέκτασης έφερνε νέο κόσμο στους χώρους δουλειάς και ενίσχυε την αυτοπεποίθηση της εργατικής τάξης […]Οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις δεν μπορούσαν να αντιστέκονται απεριόριστα σε αυτές τις πιέσεις [της εργατικής τάξης]. Ο αργεντίνικος καπιταλισμός όμως, είχε ανάγκη την καταστολή τέτοιων πιέσεων και τελικά κατέφευγε πάντα στους ισχυρούς άντρες του στρατού για βοήθεια [όπως είδαμε σε όλο το διάστημα 1932-72 βραχύβιες κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις εναλλάσσονταν με στρατιωτικές]. 

Ο τελευταίος τέτοιος κύκλος ήταν αυτός που ξεκίνησε με το Cordobazo [η κοινωνική έκρηξη του 1969-73, σαν να λέμε η αργεντίνικη εκδοχή του γαλλικού «Μάη»] και, μέσω των περονικών κυβερνήσεων της δεκαετίας του ’70 [1973-76], κατέληξε σε [διαδοχικές] στρατιωτικές χούντες [Βιντέλα, Βιόλα, Γκαλτιέρι 1976-83]. [Αρχικά], οι νέες περονικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να εξαγοράσουν την εργατική τάξη χωρίς να κόψουν τα κέρδη των καπιταλιστών, τυπώνοντας νέο χρήμα. Αυτό σήμαινε ότι οι τιμές αυξάνονταν με ρυθμούς 20-30% το μήνα το 1975. Η «αποκατάσταση της τάξης» από τους στρατιωτικούς [Βιντέλα κλπ] ήταν πιο βάρβαρη από ποτέ στο παρελθόν [κατά την διάρκεια της στρατιωτικής χούντας «εξαφανίστηκαν» 30 χιλ. αριστεροί και συνδικαλιστές]. [Παρά τις συνεχείς επιθέσεις της χούντας στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης ] τα μέτρα δεν στάθηκαν ικανά να ξεπεράσουν τα ενδογενή προβλήματα του αργεντίνικου καπιταλισμού. Η πολεμική ήττα [στα νησιά Φοκλαντ] σφράγισε το τέλος της δικτατορίας το 1983. Όχι όμως και το τέλος των προβλημάτων του αργεντίνικου καπιταλισμού.

 

Από το βιβλίο Από την κρίση στην εξέγερση, τού Ch. Harman

 

Συνεχίζεται

Σχετικό: ΚΚΚΚΚΚ

Οικονομικές πολιτικές στην Αργεντινή μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο

 

 

Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
4 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις
6/10Το καμπανάκι δεν χτυπά μόνο για τις Τράπεζες