cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


Διχασμένο κορμί
1386 αναγνώστες
Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011
08:53

ΔΥΟ ΑΞΙΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΣΩΜΑ

Στο μεγαλύτερο μέρος τής ανθρώπινης Ιστορίας τα διάφορα αγαθά παράγονταν για να εξυπηρετήσουν τις ανθρώπινες ανάγκες. Η ανθρώπινη εργασία, είτε συλλογικά (στις πρωτόγονες κοινότητες) είτε κάτω από την επίβλεψη του άρχοντα (δουλοκτήτη ή φεουδάρχη), παρήγαγε τα απαραίτητα για την επιβίωση τής κοινωνίας –και την καλοπέραση του αφεντικού βεβαίως. Ότι περίσσευε στον κάθε επιμέρους ή στον συλλογικό παραγωγό έμπαινε στην διαδικασία τής ανταλλαγής.

Στην ιστορική φάση του καπιταλισμού η παραγωγή αποσκοπεί κατ’ αρχάς στο κέρδος με πρόσχημα την ικανοποίηση των αναγκών. Εδώ όλα –ή σχεδόν όλα- γίνονται εμπορεύματα. Δηλαδή παράγονται για να πουληθούν. Ακόμα και η εργατική δύναμη (η ικανότητα του εργάτη για παραγωγή). Ζούμε σε έναν κόσμο «γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής».


Κάθε εμπόρευμα κρύβει μέσα του δύο αξίες.

Η πρώτη είναι η αξία χρήσης (α.χ.). Εκφράζει την χρησιμότητα του εμπορεύματος, την αιτία για την οποία οι άνθρωποι το χρειάζονται. Αξίες χρήσης παράγονταν σε όλες τις εποχές τής Ιστορίας και δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα.

Η δεύτερη είναι η ανταλλακτική αξία (α.α.). Αναφέρεται στο ποσόν που μπορεί να πουληθεί ένα εμπόρευμα. Το αν κάτι έχει α.α. εξαρτάται από τις κοινωνικές σχέσεις. Το ψωμί που έψηνε η γιαγιά μου στον φούρνο με τα φρύγανα (και δεν ήταν εμπόρευμα) είχε α.χ. αλλά όχι α.α. Το ψωμί που αγοράζω εγώ από το σούπερ μάρκετ έχει και τις δύο. Δυστυχώς όμως (δυστυχώς για όλους μας;) αυτές οι δύο αξίες δεν ταυτίζονται.

Μια παρένθεση εδώ. Η  ατυχία μας, η ατυχία που γεννά τις οικονομικές κρίσεις, βρίσκεται σ’ αυτήν την «συγκατοίκηση». Γράφει ο Ντ. Μπενσαΐντ:

Η δυνατότητα των κρίσεων απορρέει από την διπλοπροσωπία τού εμπορεύματος. Όπως κάθε καλός αστός, το εμπόρευμα κάνει διπλή ζωή. […] Αυτή η διπλή ζωή φέρει μέσα της τον μόνιμο κίνδυνο διάσπασης: «Αυτή η διπλή ζωή πρέπει να προχωρήσει ως τη διαφορά, η διαφορά ως την αντίθεση και την αντίφαση ανάμεσα στην ειδική φύση τού εμπορεύματος ως προϊόντος [δηλαδή ως α.χ] και τη γενική του ως ανταλλακτικής αξίας».


Η ΕΡΓΑΣΙΑ - ΔΥΟ ΑΞΙΕΣ, ΔΥΟ "ΕΡΓΑΣΙΕΣ"

Αλλά που οφείλονται, τι αντανακλούν αυτές οι δυο αξίες; Πρώτος απάντησε ο Άνταμ Σμιθ.

«Όλος ο πλούτος τού κόσμου αρχικά αγοράσθηκε όχι με χρυσό και άργυρο, αλλά με την εργασία, και η αξία του γι’ αυτούς που τον κατέχουν και θέλουν  να τον ανταλλάξουν με κάποια νέα προϊόντα είναι ακριβώς ίση με την ποσότητα εργασίας την οποία ο πλούτος αυτός τούς επιτρέπει να αγοράσουν ή να ελέγχουν».

Καλό ακούγεται. Αλλά αν η αξία αντανακλούσε ευθέως την εργασία, τα προϊόντα ενός αδέξιου παραγωγού (ή ενός παραγωγού με λίγα εργαλεία και δεξιότητες) θα είχαν μεγαλύτερη αξία! Εδώ συνεχίζει ο Μαρξ: η α.α. ενός εμπορεύματος εξαρτάται όχι γενικά από τον χρόνο εργασίας (ατομικός χρόνος εργασίας, α.χ.ε) αλλά από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας (κ.α.χ.ε)

«ο οποίος απαιτείται για να παραχθεί οποιοδήποτε προϊόν υπό κανονικές συνθήκες παραγωγής και με το μέσο βαθμό δεξιοτήτων και έντασης τής εργασίας που επικρατούν σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή»

Κάτι σαν μέσος όρος τού χρόνου εργασίας των διαφόρων παραγωγών που κατασκευάζουν το ίδιο προϊόν. 

Πού είναι όμως οι «δύο εργασίες»;

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα γιατί τα πράγματα αρχίζουν να δυσκολεύουν. Ας ειπούμε έναν χτίστη και έναν φούρναρη. Ο πρώτος με το μυστρί και το φραγκόφτυαρο χτίζει σπίτια και ο δεύτερος με τα μηχανήματά του φτιάχνει ψωμιά. Εδώ έχουμε δύο συγκεκριμένες εργασίες (σ.ε) που παράγουν δύο διαφορετικές αξίες χρήσης. Από την στιγμή όμως που τα δυο προϊόντα (το σπίτι και το ψωμί) μπαίνουν σε κυκλοφορία, δηλαδή μετατρέπονται σε εμπορεύματα, και μόνο τότε, αποκτούν και ένα νέο κοινό χαρακτηριστικό περιεχόμενο: την αφηρημένη εργασία (αφ.ε.). Την στιγμή που τα προϊόντα τού ανθρώπινου μόχθου μπαίνουν στην αγορά, αυτομάτως «τιμολογούνται» σε μια κλίμακα που δεν αναφέρει ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ εργασία (τού χτίστη ή τού φούρναρη) έχει προηγηθεί. Η κλίμακα αυτή «ομογενοποιεί» όλων των ειδών τις σ.ε. ώστε να κάνει συγκρίσιμα τα εμπορεύματα (όπως, σε μια επόμενη φάση, όλα τα εμπορεύματα χρειάζονται ένα κοινό ισοδύναμο (το χρήμα) για να συγκριθούν και να ανταλλαγούν). Λέει συγκεκριμένα ο Μαρξ:

«Κάθε εργασία είναι, από τη μια, ξόδεμα ανθρώπινης εργατικής δύναμης με τη φυσιολογική έννοια, και με αυτήν την ιδιότητα τής όμοιας ανθρώπινης ή αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας [αφ.ε] αποτελεί την αξία [α.α] τού εμπορεύματος.

Κάθε εργασία είναι, από την άλλη, ξόδεμα ανθρώπινης εργατικής δύναμης με την ιδιαίτερη καθορισμένη σκόπιμη μορφή, και με την ιδιότητα αυτή τής συγκεκριμένης ωφέλιμης εργασίας [σ.ε] παράγει αξίες χρήσης [α.χ]».


Όμως κάθε δραστηριότητα (εργασία) μπορεί να ενταχθεί στην ομογενοποιημένη αυτή εργασία, να γίνει δηλαδή αφ.ε.; Μπορώ να ανεβοκατεβάζω μια πέτρα στο βουνό και να απαιτώ να ενταχθεί αυτή η δραστηριότητά μου, αυτή η «εργασία», στην εργασία που είναι χρήσιμη στην κοινωνία για να επιβιώσει και να αναπαραχθεί (κοινωνική εργασία, κ.ε.); Στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες (πρωτόγονες, δουλοκτητικές, φεουδαρχικές) ο καταμερισμός εργασίας έχει «συμφωνηθεί» πριν η κοινωνική εργασία πραγματοποιηθεί. Έτσι κάθε σ.ε. εντασσόταν στην κοινωνική εργασία (εκτός βέβαια από το ανεβοκατέβασμα τής πέτρας στο βουνό ). Στον καπιταλισμό ο καταμερισμός εργασίας γίνεται απρογραμμάτιστα, χωρίς κοινωνικό σχέδιο. Οι παραγωγοί παράγουν όχι μόνο απομονωμένοι αλλά και ανταγωνιστικά μεταξύ τους ενώ ταυτοχρόνως ο εμπορευματικός χαρακτήρας τής παραγωγής δεν επιτρέπει στις συγκεκριμένες εργασίες να γίνονται αυτομάτως και (χρήσιμες) κοινωνικά εργασίες. Αφού η παραγωγή γίνεται με στόχο την ανταλλαγή, η σ.ε. μπορεί να μην μετατραπεί ποτέ σε κοινωνική εργασία. Αυτό όμως ο παραγωγός της θα το ανακαλύψει μόνο όταν, μπαίνοντας στην αγορά, δει ότι όλη τού η εργασία –ή και  μέρος της- ήταν χωρίς αντίκρυσμα.

Να λοιπόν που η αφ.ε. δεν μπορεί να υπολογιστεί εκ των προτέρων αλλά ούτε και μπορεί να αποτιμηθεί ακριβώς σε πραγματικές ώρες εργασίας. Αλλά και να μπορούσε ίσως να μην είχε μεγάλη σημασία.  


Σχηματικά:

Κάθε προϊόν έχει μέσα του μια συγκεκριμένη μορφή εργασίας η οποία δίνει στο προϊόν και μια αξία χρήσης.

Την στιγμή που το προϊόν γίνεται εμπόρευμα τιμολογείται στην κλίμακα τής αφηρημένης εργασίας με βάση τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας αποκτώντας ΚΑΙ ανταλλακτική αξία.

Είναι σαν το φωτόνιο (): όταν αυτό εκπέμπεται από την οθόνη τού Η/Υ (ή την οποιαδήποτε φωτεινή πηγή) μας επιδεικνύει τις κυματικές του ιδιότητες κρατώντας όμως στο… μυαλό του ότι είναι ταυτόχρονα και σωματίδιο. Κι έτσι, όταν θα πέσει στο μάτι μας θα συμπεριφερθεί και πάλι σαν σωματίδιο (κυματοσωματιδιακός δυϊσμός).  


ΜΙΑ ΤΡΙΤΗ "ΑΞΙΑ", Η ΤΙΜΗ

Ποιός όμως συναλλάσσεται στις α.α. των εμπορευμάτων; Τα διάφορα εμπορεύματα ανταλλάσσονται με βάση τις τιμές τους. Όχι τις φυσικές τους τιμές (natural price κατά τον Άνταμ Σμιθ, δηλαδή τις α.α.) αλλά τις τιμές τής αγοράς (τ.α.). Ας αφήσουμε τον ίδιο τον Μαρξ στην περιγραφή.

«Η τιμή αυτή καθαυτή δεν είναι παρά η χρηματική έκφραση τής αξίας. […]

Ποια σχέση υπάρχει λοιπόν ανάμεσα στην αξία [α.α.] και στις τιμές τής αγοράς [τ.α.] ή ανάμεσα στις φυσικές τιμές και στις τιμές τής αγοράς; […] Η τιμή τής αγοράς εκφράζει μονάχα το μέσο ποσό τής κοινωνικής εργασίας που είναι αναγκαίο με τις μέσες συνθήκες παραγωγής που υπάρχουν για τον εφοδιασμό τής αγοράς με μια ορισμένη μάζα ενός ορισμένου είδους. Υπολογίζεται με βάση το σύνολο των εμπορευμάτων ενός ορισμένου είδους.

Τότε η τιμή τής αγοράς ενός εμπορεύματος συμπίπτει με την αξία του [α.α.]. Από την άλλη, οι διακυμάνσεις των τιμών τής αγοράς, πότε πάνω πότε κάτω από την αξία [α.α.] ή φυσική τιμή, εξαρτώνται από τις διακυμάνσεις τής προσφοράς και τής ζήτησης. Οι παρεκκλίσεις των τιμών τής αγοράς από τις αξίες είναι, λοιπόν, συνεχείς […].

 
Body double

 Τα «κλεμμένα»

Υπάρχει όμως κι ένα εμπόρευμα με δύο περίεργες ιδιότητες. Η πρώτη του ιδιότητα είναι πως όταν καταναλώνεται δημιουργεί αξία. Η δεύτερη είναι πως μπορεί να διαπραγματεύεται μόνο του την τιμή πώλησής του. Το εμπόρευμα αυτό είναι η ικανότητα τού εργάτη προς εργασία: η εργατική δύναμη.  


«Η αξία τής εργατικής δύναμης είναι προσδιορισμένη, σαν κάθε άλλο εμπόρευμα, από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή της. Άρα εξαρτάται από το ποσό εργασίας που είναι απαραίτητο για την παραγωγή των βασικών αναγκών τής ζωής –τροφή, ντύσιμο, κατοικία κλπ- όχι μόνο τού εργάτη, αλλά και τής επόμενης γενιάς εργατών [«είμαι εγώ εξάρτημα τής μηχανής σας κι ο γιός μου τ’ ανταλλακτικό»].

[…] Αλλά η εργατική τάξη, σαν σύνολο, παίρνει χρήματα που τής δίνουν την δυνατότητα να αγοράσει μόνο ένα μέρος αυτών που έχουν παραχθεί. Η αξίωση σου πάνω στην εργασία άλλων –που την παίρνεις με την μορφή μισθού- είναι μικρότερη από την εργασία που έχεις συνεισφέρει.

[…] Οι εργάτες ξοδεύουν μέρος τού χρόνου τους στην δουλειά παράγοντας για τούς εαυτούς τους και τα παιδιά τους. Αυτός είναι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας. Αλλά το υπόλοιπο τού χρόνου εργάζονται για το αφεντικό και την άρχουσα τάξη σαν σύνολο. Αυτός είναι ο χρόνος υπερεργασίας με τον οποίο συμβάλλουν στην συνολική δεξαμενή υπεραξίας (συμπεριλαμβανομένου τού τόκου που πηγαίνει στους δανειστές [εννοεί τούς δανειστές τού αφεντικού τους] και τούς φόρους που πηγαίνουν στο κράτος και ξοδεύονται σε εξοπλισμούς, εκπαίδευση ή αστυνομία).»

Peter Green, Οι Βασικές αρχές τής Μαρξιστικής Οικονομίας

Σχόλια

12/09 10:19  ks
Το κεφαλαιο (χρημα) δεν ειναι κανενας 666 επι της γης και εχει επισης διπλη υποσταση: δεν παυει να ειναι ειτε η νομιμα κληρονομημενη (αν δεχτουμε τους νομους περι κληρονομιας, αλλα εδω ανοιγει μεγαλο ζητημα), ειτε η κλεμμενη (εντεχνα, νομοτυπα ή απροκαλυπτα) συσσωρευμενη εργασια των προηγουμενων γενιων. Χωρις αυτο, προφανως η εργασια του καθενος μας αποτιμαται πολυ χαμηλοτερα. Απο την αλλη, αποτιμαται επισης, απο την κοινωνια, ως λιγοτερο ή περισσοτερο σημαντικο, αναλογα με τα διαθεσιμα προς αγορα/πωληση προιοντα. Αν κανεις δεν ηταν διατεθειμενος να εργαστει, ή στη μεση της Σαχαρας, η αξια του κεφαλαιου θα μηδενιζόταν. Η συσσωρευση του κεφαλαιου στα χερια λιγων και τελικα η αντικατασταση της δημοκρατιας απο την κεφαλαιοκρατια και οχι το ιδιο το κεφαλαιο ειναι λοιπον το προβλημα.
12/09 11:16  cornelsen
Προς το παρόν δεν θέλω να επεκταθώ στο θέμα τού χρήματος (για να μην τα κάνουμε αχταρμά). Αλλά να διευκρινίσω:
α) Το κεφάλαιο δεν είναι μόνο το χρήμα. Είναι επίσης τα μέσα παραγωγής τα οποία με την σειρά τους είναι συσσωρευμένη (αλλά "νεκρή", με την έννοια ότι μόνα τους δεν μπορούν να παράγουν νέες αξίες) εργασία.
β) Το χρήμα είναι κι αυτό ένα εμπόρευμα αλλά με μια ιδιαίτερη θέση στον χώρο τής κυκλοφορίας.

"Η συσσωρευση του κεφαλαιου στα χερια λιγων..."
Με βρίσκεις αντίθετο. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι η οικονομική βάση. Η αστική δημοκρατία είναι το πολίτευμα που διαχειρίζεται αυτόν τον τρόπο παραγωγής -χωρίς να αποκλείονται και άλλα πολιτεύματα όταν το απαιτούν οι ανάγκες. Δλδ κεφάλαιο και αστική δημοκρατία δεν βρίσκονται σε αντίθεση αλλά σε συνεργασία.
Να το πω διαφορετικά "το πλάτεμα τής αστικής δημοκρατίας" δεν αρκεί για να εξαφανίσει τον καπιταλισμό.
Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
6 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις