cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΩΣ ΧΡΕΟΣ (μέρος 4ο/5)
2869 αναγνώστες
Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011
13:37

Συνέχεια από το προηγούμενο

 

Τι μπορούμε να κάνουμε για αυτήν την ξεκάθαρα τρομακτική κατάσταση; Πρώτα απ’ όλα, χρειαζόμαστε μια τελείως διαφορετική σύλληψη της έννοιας των χρημάτων. Είναι ώρα οι άνθρωποι να αναρωτηθούν και να ρωτήσουν τις κυβερνήσεις τους, τέσσερις απλές ερωτήσεις.

Σε όλο τον κόσμο, οι κυβερνήσεις δανείζονται χρήματα από ιδιωτικές Τράπεζες έντοκα. Το κυβερνητικό χρέος είναι ένα τεράστιο μέρος τού συνολικού χρέους και η σταδιακή εξόφληση αυτού αποτελεί ένα μεγάλο μέρος των φόρων που πληρώνουμε. Γνωρίζουμε πλέον ότι οι Τράπεζες απλά δημιουργούν από το τίποτα τα χρήματα που δανείζουν… και ότι οι κυβερνήσεις τους έχουν δώσει άδεια να το κάνουν αυτό. Οπότε η πρώτη ερώτηση είναι…

Γιατί οι κυβερνήσεις επιλέγουν να δανείζονται χρήματα εντόκως από ιδιωτικές Τράπεζες όταν θα μπορούσαν να δημιουργούν οι ίδιες όσα χρήματα χρειάζονται χωρίς τόκους;

Και η δεύτερη μεγάλη ερώτηση είναι:

Γιατί να δημιουργούνται χρήματα ως χρέος ούτως ή άλλως; Γιατί να μην δημιουργούνται χρήματα, τα οποία να συναλλάσσονται μόνιμα και τα οποία δεν θα χρειάζεται να επαναδανείζονται εντόκως συνεχώς μόνο και μόνο για να μπορούν να υπάρχουν;

Η τρίτη ερώτηση:

Πώς μπορεί ένα χρηματικό σύστημα το οποίο λειτουργεί μόνο όταν υπάρχει μια συνεχώς επιταχυνόμενη ανάπτυξη να χρησιμοποιηθεί για το χτίσιμο μιας βιώσιμης οικονομίας;

Δεν είναι αυτονόητο ότι η συνεχώς επιταχυνόμενη ανάπτυξη και η βιωσιμότητα είναι ασύμβατες;

Και τέλος:

Τι είναι αυτό που κάνει το υπάρχον σύστημα να είναι εντελώς εξαρτημένο από την συνεχή ανάπτυξη; Τι χρειάζεται να αλλάξει ώστε να επιτραπεί η δημιουργία μιας βιώσιμης οικονομίας;

 

Τοκογλυφία

 

Κάποτε, η χρέωση οποιουδήποτε τόκου σε ένα δάνειο ονομαζόταν τοκογλυφία, και υπόκειτο σε βαριές ποινές, μεταξύ των οποίων και η θανατική. Όλες οι κύριες θρησκείες απαγόρευαν την τοκογλυφία. Τα περισσότερα επιχειρήματα που προβάλλονταν ενάντια στην εξάσκηση της τοκογλυφίας ήταν ηθικού χαρακτήρα. Θεωρούνταν ότι η μόνος θεμιτός λόγος ύπαρξης των χρημάτων ήταν να διευκολύνουν τις συναλλαγές αγαθών και υπηρεσιών. Οποιαδήποτε μέθοδος δημιουργίας περισσότερων χρημάτων από τα ίδια τα χρήματα θεωρούνταν πράξη ενός παράσιτου, ή ενός κλέφτη.

 

Ωστόσο, καθώς οι πιστωτικές ανάγκες τού εμπορίου αυξήθηκαν, τα ηθικά επιχειρήματα τελικά παραγκωνίστηκαν από το επιχείρημα ότι ο δανεισμός εμπεριέχει ρίσκο και μειώνει τις επιχειρηματικές ευκαιρίες του δανειοδότη, και συνεπώς, οι απόπειρες κερδοσκοπίας από τον δανεισμό είναι δικαιολογημένες. Σήμερα, αυτές οι ιδέες μοιάζουν αλλόκοτες. Σήμερα, η δημιουργία χρήματος από το χρήμα θεωρείται ιδανικό –κάτι για το οποίο αξίζει και πρέπει να αγωνιστεί κάποιος. Γιατί να εργάζεσαι όταν τα χρήματα σου μπορούν να εργάζονται για σένα;

 

Ωστόσο, προσπαθώντας να οραματιστούμε ένα βιώσιμο μέλλον, είναι ξεκάθαρο ότι η χρέωση τόκων είναι ηθικό αλλά και πρακτικό πρόβλημα. Φανταστείτε μια κοινωνία και μια οικονομία, η οποία μπορεί να λειτουργεί αιώνια επειδή, αντί να λεηλατεί τα κεφαλαιακά αποθέματα ενέργειας, αυτοπεριορίζεται στα τρέχοντα έσοδα. Παύουν να κόβονται περισσότερα δέντρα απ’ όσα μπορούν να αναπτυχθούν στην ίδια περίοδο. Όλη η ενέργεια είναι ανανεώσιμη: ηλιακή, βαρυτική, γεωθερμική, μαγνητική, ή ότι άλλο ανακαλύψουμε. Αυτή η κοινωνία ζει μέσα στα πλαίσια των μη-ανανεώσιμων πόρων της επαναχρησιμοποιώντας και ανακυκλώνοντας τα πάντα. Και ο πληθυσμός απλώς ανανεώνεται. Μια τέτοια κοινωνία δεν θα μπορούσε ποτέ να λειτουργήσει χρησιμοποιώντας ένα χρηματικό σύστημα το οποίο είναι ολότελα εξαρτημένο από την εκθετικά αυξανόμενη ανάπτυξη.

 

Μια σταθερή οικονομία χρειάζεται ένα χρηματικό απόθεμα που να μπορεί τουλάχιστον να μένει σταθερό χωρίς να καταρρέει. Ας υποθέσουμε ότι ο συνολικός όγκος αυτού τού σταθερού χρηματικού αποθέματος αναπαριστάται από αυτόν τον μεγάλο κύκλο. Ας υποθέσουμε επίσης, ότι οι δανειοδότες πρέπει να έχουν πραγματικά χρήματα για να δανείζουν. Αν κάποιοι άνθρωποι σε αυτό το σύστημα, αρχίσουν να δανείζουν συστηματικά χρήματα με τόκο, το μερίδιό τους από το χρηματικό απόθεμα θα μεγαλώσει. Αν συνεχίσουν να επαναδανείζουν εντόκως τα χρήματα από προηγούμενες εξοφλήσεις ποιό είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα;

Είτε είναι χρυσός, είτε κυβερνητικά χρήματα, είτε χρήματα δημιουργημένα απ’ το χρέος, δεν έχει καμία σημασία. Οι δανειοδότες θα καταλήξουν να έχουν ΟΛΑ τα χρήματα τού χρηματικού αποθέματος. Και αφού αρχειοθετηθούν όλες οι κατασχέσεις και οι χρεωκοπίες, θα καταλήξουν επίσης ιδιοκτήτες όλης τής πραγματικής περιουσίας. Μόνο εάν τα έντοκα δάνεια εκδίδονταν ισόποσα από όλα τα μέλη τού πληθυσμού θα λυνόταν αυτό το κεντρικό πρόβλημα. Η βαριά φορολογία των τραπεζικών κερδών, μπορεί επίσης να πετύχει αυτόν τον σκοπό. Αλλά τότε, γιατί να θέλουν να υπάρχουν οι Τράπεζες;

Αν θα μπορούσαμε ποτέ να ελευθερωθούμε από την υπάρχουσα κατάσταση, θα μπορούσαμε να φανταστούμε το τραπεζικό σύστημα να λειτουργεί ως μια αφιλοκερδής υπηρεσία προς την κοινωνία, καταβάλλοντας τα κέρδη από τους τόκους στους πολίτες ως μέρισμα, ή δανείζοντας άτοκα.

 

“Δεν βρήκα μέχρι τώρα κανέναν, ο οποίος να μπορεί με λογική σκέψη, να δικαιολογήσει την κυβέρνηση που δανείζεται την χρήση των δικών της χρημάτων…

Πιστεύω ότι θα έρθει ο καιρός που ο κόσμος θα απαιτήσει να αλλάξει αυτό. Πιστεύω ότι θα έρθει ο καιρός σε αυτή τη χώρα που πράγματι θα κατηγορήσουν εσάς και εμένα και κάθε άλλον που σχετίζεται με το κογκρέσο επειδή καθίσαμε άπραγοι και επιτρέψαμε την διαιώνιση ενός τόσο βλακώδους συστήματος.”

 

Wright Patman. Δημοκρατικός εκπρόσωπος τού κογκρέσου των ΗΠΑ (1928-1976)

Πρόεδρος τής επιτροπής για τραπεζικά & νομισματικά θέματα, 1963-1975

 

Αλλάζοντας το σύστημα

 

Εφόσον είναι η ίδια η θεμελιακή φύση τού συστήματος αυτή που δημιουργεί τα προβλήματα, ψευτοεπισκευές στο σύστημα δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να τα λύσουν. Ολόκληρο το σύστημα πρέπει να αντικατασταθεί. Πολλοί κριτικοί τού χρηματικού συστήματος φωνάζουν να επιστρέψουμε σε χρήματα που βασίζονται στον χρυσό, ισχυριζόμενοι ότι ο χρυσός έχει μια μακρά ιστορία αξιοπιστίας. Αγνοούν την πληθώρα από κομπίνες που μπορούν να εφαρμοστούν στον χρυσό:

ξύρισμα νομισμάτων, χρήση ευτελέστερων μετάλλων, ρύθμιση της αξίας του μέσω μονοπωλιακών τακτικών, κομπίνες που όλες εφαρμόστηκαν στην αρχαία Ρώμη, και συνέβαλαν στην πτώση της.

Μερικοί υποστηρίζουν το ασήμι, που υπάρχει σε μεγαλύτερη αφθονία από τον χρυσό και έτσι είναι δύσκολο να ρυθμιστεί η αξία του μέσω μονοπωλιακών τακτικών.

Δεν είναι λίγοι και αυτοί που αμφισβητούν την ανάγκη επιστρέψουμε στα πολύτιμα μέταλλα. Κανείς δεν θέλει να πάμε πίσω, τότε που έπρεπε να κουβαλάμε βαριά σακιά με κέρματα για να πάμε για ψώνια.

 

Είναι βέβαιο ότι είτε χάρτινο, είτε ψηφιακό, είτε πλαστικό, είτε πιθανότατα βιομετρικό, οποιοδήποτε και να είναι το πραγματικό μέσο συναλλαγής στο μέλλον, θα έχει, όπως και σήμερα, τις ίδιες προοπτικές δημιουργίας απεριόριστου χρήματος απ’ το χρέος. Εκτός αυτού, αν ο χρυσός επανερχόταν πάλι ως η αποκλειστική νόμιμη βάση τού χρήματος, αυτοί που δεν έχουν χρυσό θα βρεθούν ξαφνικά χωρίς καθόλου χρήματα!

 

Άλλοι συνήγοροι τής μεταρρύθμισης τού χρηματικού συστήματος υποστηρίζουν ότι τα κύρια προβλήματα είναι η απληστία και η ανεντιμότητα, και ότι μάλλον υπάρχουν καλύτεροι τρόποι για να δημιουργηθεί ένα έντιμο και ισόνομο χρηματικό σύστημα, απ’ την επιστροφή στο ασήμι ή στον χρυσό. Διανοητές έχουν προτείνει διάφορες εναλλακτικές μεθόδους δημιουργίας τού χρήματος.

Αρκετά ιδιωτικά ανταλλακτικά συστήματα δημιουργούν χρήματα από το χρέος, όπως περίπου και οι Τράπεζες, αλλά το κάνουν ανοικτά και χωρίς να χρεώνουν τόκους. Ένα παράδειγμα είναι ένα ανταλλακτικό σύστημα στο οποίο το χρέος εκφράζεται ως ενέχυρο ωρών εργασίας, όπου σε όλα τα είδη εργασίας αντιστοιχίζεται η ίδια χρηματική αξία, επιτρέποντας στις ώρες εργασίας να αναλογούν σε τιμές αγαθών σε δολάρια. Αυτού τού είδους το χρηματικό σύστημα μπορεί να “στηθεί” από οποιονδήποτε μπορεί να επινοήσει ένα τρόπο για να γίνονται οι υπολογισμοί και να βρει πρόθυμους και αξιόπιστους συμμετέχοντες. Το στήσιμο ενός τοπικού ανταλλακτικού χρηματικού συστήματος, ακόμα και αν δεν χρησιμοποιηθεί άμεσα από όλους, θα ήταν ένα συνετό μέτρο έκτακτης ανάγκης για οποιαδήποτε κοινότητα.

 

Η μεταρρύθμιση τού χρηματικού συστήματος, όπως η μεταρρύθμιση τού εκλογικού συστήματος, είναι ένα μεγάλο θέμα, ένα θέμα που απαιτεί θέληση αλλαγής και ανοικτή σκέψη. Η μεταρρύθμιση τού χρηματικού συστήματος, ξανά, όπως η μεταρρύθμιση τού εκλογικού συστήματος, δεν θα γίνει εύκολα, γιατί οι τεράστιας δύναμης παράγοντες που επωφελούνται από το υπάρχον σύστημα θα κάνουν ότι περνά από το χέρι τους για να διατηρήσουν την κυριαρχία τους.

 

Τώρα που είδαμε ότι τα χρήματα είναι απλά μια ιδέα και ότι στην πραγματικότητα τα χρήματα μπορούν να είναι οτιδήποτε ορίσουμε, να μια πολύ απλή εναλλακτική θεωρία για να εξετάσετε. Αυτό το μοντέλο βασίζεται σε συστήματα που έχουν λειτουργήσει στο παρελθόν, στην Αγγλία και στην Αμερική, συστήματα που υπονομεύθηκαν και καταστράφηκαν από χρυσοπώλες, τραπεζίτες, και το δικό τους σύστημα κλασματικού αποθέματος.

 

Για να δημιουργηθεί μια οικονομία που βασίζεται σε σταθερό, άτοκο χρήμα, τα χρήματα θα μπορούσαν απλά να δημιουργούνται και να εισάγονται στην οικονομία ως δαπάνες από την κυβέρνηση, κατά προτίμηση σε σταθερής αξίας έργα υποδομής που διευκολύνουν το εμπόριο, όπως δρόμους, σιδηρόδρομους, γέφυρες, λιμάνια και δημόσιες αγορές. Αυτά τα χρήματα δεν θα έχουν δημιουργηθεί από το χρέος. Θα έχουν δημιουργηθεί ως αξία, αξία στην μορφή των έργων στα οποία επενδύθηκαν. Αν αυτά τα νέα χρήματα διευκολύνουν το εμπόριο στον ανάλογο βαθμό, ώστε να χρησιμοποιηθούν, η δημιουργία τους δεν θα προκαλέσει ούτε τον ελάχιστο πληθωρισμό.

 

Αν ωστόσο, οι κυβερνητικές δαπάνες προκαλέσουν πληθωρισμό, υπάρχουν δύο τρόποι αντιμετώπισης.

Ο πληθωρισμός έχει τα ίδια αποτελέσματα με μια επίπεδη φορολογία των χρημάτων. Είτε η αξία των χρημάτων μειωθεί 20%, είτε η κυβέρνηση μας πάρει το 20% των χρημάτων μας, τα αποτελέσματα στην αγοραστική μας δύναμη είναι τα ίδια. Από αυτήν την οπτική γωνία, ο πληθωρισμός στην θέση τής φορολογίας, μπορεί να είναι πολιτικά αποδεκτός αν τα χρήματα που τον δημιουργούν δαπανώνται σοφά και εφόσον διατηρείται μέσα σε κάποια όρια.

Ισοδύναμα, η κυβέρνηση θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, συλλέγοντας χρήματα από φόρους, τα οποία στην συνέχεια θα έβγαζε εκτός κυκλοφορίας, μειώνοντας το απόθεμα χρημάτων, επαναφέροντας έτσι την αρχική αξία τού χρήματος.

 

Ομοίως, για να ελεγχθεί ο αποπληθωρισμός, το φαινόμενο των πτώσεων σε μισθούς και τιμές, η κυβέρνηση θα μπορούσε απλά να δημιουργεί περισσότερα χρήματα μέσω δαπανών. Χωρίς ανταγωνιστική δημιουργία χρήματος από τον ιδιωτικό τομέα, οι κυβερνήσεις θα έχουν πιο αποδοτικό έλεγχο τού εθνικού χρηματικού αποθέματος.

Ο κόσμος θα ξέρει ποιον να κατηγορήσει αν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Οι κυβερνήσεις θα μπορούν να εναλλάσσονται με βάση την ικανότητα που έχουν να διατηρούν την αξία τού χρήματος.

Οι κυβερνήσεις θα λειτουργούν βασιζόμενες κυρίως στην φορολογία, όπως και τώρα, αλλά τα χρήματα των φόρων θα πιάνουν πλέον τόπο αφού δεν θα σπαταλούνται για να πληρώνουν τούς τόκους τού εθνικού χρέους στους τραπεζίτες.

Θα μπορούσε να μην υπάρχει καθόλου εθνικό χρέος, αν η κυβέρνηση απλώς δημιουργούσε τα χρήματα που χρειαζόταν.

Η αέναη συλλογική υποδούλωση στις Τράπεζες, μέσω τής εξόφλησης των τόκων του κυβερνητικού χρέους, θα ήταν αδύνατη.

 

“Τα χρήματα είναι μια νέα μορφή δουλείας και η μόνη διαφορά της από την παλιά μορφή είναι το γεγονός ότι είναι απρόσωπη, ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη σχέση μεταξύ αφέντη και δούλου.”

 

Leon Tolstoy

 

 

 

http://www.youtube.com/watch?v=y250qKDSjrk&feature=related

 

Συνεχίζεται

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ (ΙΙ)


3. Η Ποσοτική θεωρία τού χρήματος στους Κλασικούς οικονομολόγους

 

Για τούς Κλασικούς οικονομολόγους τού 19ου αιώνα το χρήμα αποτελούσε μέσο ανταλλαγής και μέτρο τής αξίας. Ήταν επομένως φυσική συνέπεια οι Κλασικοί να θεωρούν ότι το χρήμα δεν επηρεάζει την λειτουργία των νόμων τής αξίας (Laidler, 1991).

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η οικονομία προσεγγιζόταν στη βάση των υλικών ροών και δεν δινόταν συστατικό βάρος στο ρόλο τού χρήματος, τα κόστη που προέκυπταν από την ανάγκη ύπαρξης τού χρήματος ως μέσου «βοηθητικού» των συναλλαγών, ή λόγω τής ανυπαρξίας μίας κοινής μονάδας μέτρησης διεθνώς θεωρούνταν σημαντικά προβλήματα στην ανάπτυξη τού εμπορίου. Σε αυτές τις συνθήκες ένα λειτουργικό νομισματικό σύστημα θεωρείτο προϋπόθεση τής οικονομικής ανάπτυξης και τής αποτελεσματικής λειτουργίας τής πραγματικής οικονομίας. Από την άλλη οι διακυμάνσεις των τιμών δημιουργούσαν προβλήματα στην αποτελεσματική λειτουργία τού χρήματος ως μέτρου αξίας, ενώ οι αλλαγές στο γενικό επίπεδο των τιμών, που συνδεόταν κατά κανόνα με έντονες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις, δημιουργούσαν προβλήματα στη λειτουργία τού χρήματος ως μέσου ανταλλαγής. Συνεπώς η κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ τού χρήματος και τού γενικού επιπέδου τιμών αναδεικνύεται σε κεντρικό επιστημονικό πρόβλημα.

[…]

Σε γενικές γραμμές, οι Κλασικοί θεωρούσαν ότι τα τραπεζογραμμάτια θα έπρεπε πάντα να ανταποκρίνονται σε μία με νόμο ορισμένη ποσότητα πολύτιμων μετάλλων στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών. Η αξία τού χρήματος ήταν σε τελική ανάλυση η αξία των πολύτιμων μετάλλων η οποία ερμηνευόταν σαν μία ειδική περίπτωση τού γενικού νόμου τής αξίας. Με τα λόγια τού Mill (1871) «η αξία τού χρήματος προσδιορίζεται άμεσα από την προσφορά και την ζήτηση και μακροχρόνια από το μέσο κόστος τής παραγωγής».

Σε αυτό το πλαίσιο οι Κλασικοί αποδεχόντουσαν ότι το κόστος παραγωγής και συνεπώς η ισορροπία τού γενικού επιπέδου τιμών θα άλλαζε κατά κύριο λόγο στην περίπτωση ανακάλυψης νέων κοιτασμάτων χρυσού και ασημιού. Έτσι ήδη από το 1821 υπήρχε συμφωνία μεταξύ των οικονομολόγων ότι μακροχρόνια το επίπεδο των τιμών, που προσδιοριζόταν από την μετατρεψιμότητα των νομισμάτων σε χρυσό, εξαρτάται από το κόστος παραγωγής των πολύτιμων μετάλλων.

[…]

Ο Ricardo, όσο και ο Mill δέχτηκαν απρόθυμα την Ποσοτική θεωρία προκειμένου να αντιμετωπίσουν βραχυχρόνια ζητήματα. Έχει υποστηριχτεί ότι παρά το γεγονός ότι ο Ricardo χρησιμοποιούσε και τις δύο θεωρίες (την εργασιακή θεωρία τής αξίας και την ποσοτική θεωρία) ως συμπληρωματικές, δεν έλυσε την ένταση μεταξύ τους, έργο το οποίο άφησε για στους μεταγενέστερους οικονομολόγους.

Η ταυτόχρονη ωστόσο χρησιμοποίηση από τούς Κλασικούς δύο θεωριών, τής θεωρίας τής αξίας ως ποσότητας δαπανώμενης εργασίας και τής ποσοτικής θεωρίας τού χρήματος δημιουργεί μια ισχυρή ασυνέπεια στο κλασικό παράδειγμα.

[…]

Βάσει τής θεωρίας τής αξίας η προσφορά και η ζήτηση των αγαθών εξαρτώνται από τις σχετικές τιμές τους. Στην περίπτωση τής εγχρήματης οικονομίας η συνολική προσφορά των αγαθών δημιουργεί ζήτηση για χρήμα, ενώ η συνολική ζήτηση αγαθών δημιουργεί αντίστοιχα προσφορά για χρήμα. Και επειδή η συνολική προσφορά ισούται με την συνολική ζήτηση έπεται ότι και η συνολική ζήτηση χρήματος ισούται με την συνολική προσφορά χρήματος. Συνεπώς η προσφορά και η ζήτηση χρήματος εξαρτάται μόνο από τις σχετικές τιμές των αγαθών και όχι από τις απόλυτες τιμές. Αυτό όμως αντιβαίνει ρητά με την Ποσοτική θεωρία η οποία μας παρέχει μία συνάρτηση ζήτησης χρήματος βάση τής οποίας η ζήτηση χρήματος εξαρτάται από το απόλυτο ύψος των τιμών.

[…]

Στην ιστορική περίοδο που μεσουρανεί η Κλασική Σχολή, η Ποσοτική θεωρία γίνεται αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο δύο διαμαχών που έλαβαν χώρα γύρω από ζητήματα νομισματικής και οικονομικής πολιτικής: τής Διαμάχης σχετικά με τον Χρυσό (Bullion Controversy) κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες τού 19ου αιώνα αμέσως μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων και τής Διαμάχης σχετικά με την Κυκλοφορία και τις Τράπεζες (Currency or Banking Controversy), που είναι γνωστή και ως διαμάχη τής Τραπεζικής με την Νομισματική Σχολή, στα μέσα τού ίδιου αιώνα […]

Η διαμάχη σχετικά με τον χρυσό ξεπήδησε από τα γεγονότα που ακολούθησαν την αλλαγή τής οικονομικής πολιτικής στα 1797. Εκείνη την χρονιά κάτω από την πίεση των Ναπολεόντειων πολέμων η Βρετανία εγκατέλειψε τον κανόνα τού χρυσού εις όφελος ενός κανόνα μη μετατρέψιμου χάρτινου χρήματος. Ακολούθησε μία σημαντική εκροή χρυσού νομίσματος στο εξωτερικό που φάνηκε προς στιγμή να εξαντλεί τα αποθέματα χρυσού τής Τράπεζας τής Αγγλίας. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε στην κατάργηση των πληρωμών σε μεταλλικό νόμισμα. Η Τράπεζα απαλλάχτηκε από την υποχρέωση να ανταλλάσσει χρυσό για νόμισμα σε μία δεδομένη τιμή και τα τραπεζικά ομόλογα δεν ήταν πλέον αυτόματα μετατρέψιμα σε χρυσό. Η απαγόρευση των πληρωμών σε νόμισμα οδήγησε σε μία αύξηση τής τιμής τού χρυσού σε ράβδους (bullion), τού ξένου συναλλάγματος και των εμπορευμάτων σε όρους χάρτινου χρήματος. Σε αυτό το σημείο ξεσπά η διαμάχη η οποία επικεντρώθηκε σε δύο θέματα: α) στο αν η λίρα είχε στην πραγματικότητα υποτιμηθεί και β) αν υπήρχε πληθωρισμός στην Βρετανία και που οφειλόταν.

Οι «μεταλλιστές» (bullionists) με επικεφαλής τον David Ricardo υποστήριξαν ότι το νόμισμα είχε υποτιμηθεί και υπήρχε πληθωρισμός και ότι η αιτία ήταν η υπερβολική έκδοση χαρτονομισμάτων από την Τράπεζα τής Αγγλίας. […] Από την άλλη οι αντίπαλοι των μεταλλιστών διατύπωσαν μία σκληρή κριτική στην ποσοτική θεωρία. Υποστήριξαν ότι η άνοδος των τιμών οφειλόταν στο αρνητικό ισοζύγιο πληρωμών, ως αποτέλεσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό. Αμφισβήτησαν το γεγονός ότι η υπερέκδοση χαρτονομισμάτων είχε σαν αποτέλεσμα την εκροή χρυσού στο εξωτερικό καθώς και το ότι ο περιορισμός στην έκδοση χαρτονομισμάτων θα απέτρεπε την κρίση. Υποστήριξαν ότι η μείωση των εισαγωγών και η περικοπή των στρατιωτικών δαπανών ήταν οι απαραίτητες συνθήκες για την επανασταθεροποίηση  της συναλλαγματικής ισοτιμίας και την επιστροφή στον κανόνα χρυσού.

[…]

Η δεύτερη μεγάλη διαμάχη ήταν αυτή μεταξύ της Νομισματικής και της Τραπεζικής σχολής κατά τα 30 περίπου χρόνια που ακολούθησαν την επιστροφή της Βρετανίας στον κανόνα τού χρυσού, και σχετιζόταν με ζητήματα ρύθμισης της έκδοσης τού χάρτινου νομίσματος.

[…]

Πριν το 1844 η Τράπεζα της Αγγλίας δεν ήταν υποχρεωμένη να κρατά ένα σταθερό ποσοστό μεταλλικού χρήματος σε σχέση με τα εκδιδόμενα χαρτονομίσματα και οι τράπεζες της Σκοτίας και εκείνες εκτός Λονδίνου μπορούσαν να εκδίδουν ελεύθερα χάρτινο χρήμα με μόνο περιορισμό την προθυμία τού κοινού να τα κρατά στην κυκλοφορία. Σύμφωνα με την Νομισματική σχολή αυτό που έδωσε ώθηση στην κρίση ήταν η αλόγιστη έκδοση χαρτονομισμάτων, η οποία οδήγησε σε εκροή μεταλλικού νομίσματος στο εξωτερικό εξαιτίας της τάσης τού χάρτινου νομίσματος να σύρει εκτός κυκλοφορίας το μεταλλικό. Από την άλλη πλευρά η Τραπεζική σχολή αντιμετώπιζε την ποσότητα τού χρήματος ως ένα βραχυχρόνια παθητικό παράγοντα και απέδιδε την εκροή μεταλλικού νομίσματος σε εξωγενείς παράγοντες όπως η κακή σοδειά και ο πανικός που δημιουργήθηκε από να ανεπαρκή αποθέματα μεταλλικού νομίσματος.

Τα μέλη της Νομισματικής σχολής ακολουθώντας την παράδοση των «μεταλλιστών» της προηγούμενης περιόδου υποστήριξαν ότι η διατήρηση τού κανόνα τού χρυσού θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο αν το χάρτινο χρήμα ελεγχόταν με τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριφέρεται ακριβώς όπως το μεταλλικό χρήμα. Δηλαδή η έξοδος από την κρίση βάσει των προτάσεων της Νομισματικής Σχολής ήταν να καταργηθεί το δικαίωμα των τραπεζών της επαρχίας και της Σκοτίας να εκδίδουν χαρτονόμισμα καθώς και να απαιτηθεί από την Τράπεζα της Αγγλίας να κρατά μεταλλικά αποθέματα σε αναλογία 100% με το χαρτονόμισμα που θα εκδιδόταν πάνω από μία δεδομένη ποσότητα. Κάθε κρίση που θα συνοδευόταν ή θα προερχόταν από την υπερβολική ποσότητα χρήματος θα μπορούσε να ελέγχεται λόγω τού ότι η μετατρεψιμότητα τού χάρτινου χρήματος θα ήταν εγγυημένη.

Από την άλλη οι υπέρμαχοι της Τραπεζικής Σχολής με επικεφαλείς τούς Thomas Tooke, John Fullarton και James Wilson αμφισβήτησαν στο σύνολό της την Ποσοτική θεωρία. Αρνήθηκαν ότι η νομισματική επέκταση μπορεί να προκαλέσει το οποιοδήποτε αποτέλεσμα στο γενικό επίπεδο των τιμών, αφού η προσφερόμενη ποσότητα τού χρήματος προσδιορίζεται από τις ανάγκες τού εμπορίου, συνεπώς από την ζήτηση χρήματος. Υποστήριξαν ότι η υπερβάλλουσα έκδοση χρήματος δεν είναι δυνατή. Εάν το κοινό βρεθεί με παραπάνω χρήματα απ' ό,τι χρειάζεται τότε θα χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για να αποπληρώσει τις συναλλαγματικές, επομένως (με την υπόθεση ότι έχουμε να κάνουμε με πραγματικές συναλλαγματικές –real bills), τα χρήματα θα επιστραφούν αμέσως στις τράπεζες. Σε κάθε περίπτωση η προσφορά χρήματος θα ισούται με την ζήτηση.

 

 

Συνεχίζεται

Σχόλια

26/07 13:56  cornelsen
Υπάρχει κάποιος που εξ επαγγέλματος "μοναστερώνει". Δεν με ενδιαφέρει η θετική ή αρνητική βαθμολογία του αλλά κυρίως η τεκμηριωμένη άποψή του που θα ήταν (και για μένα) πιό χρήσιμη. Και αυτήν δεν την βλέπω.
26/07 16:48  quant
Εγώ πάντως δεν μοναστέρωσα! Ας κάνω λίγο spamming τώρα :D
Στο κείμενο, οι σκέψεις μου πάνω στις αγορές χαμηλότερα του σημείου εισόδου.

http://wp.me/pIYFb-mR
26/07 17:44  cornelsen
quant,
όποιος γράφει αναλύσεις σαν τις δικές σου δεν μοναστερώνει. Ή τουλάχιστον μοναστερώνει αλλά ξέρει να γράψει και γιατί.
26/07 17:47  cornelsen
quant,
όποιος γράφει αναλύσεις σαν τις δικές σου δεν μοναστερώνει. Ή τουλάχιστον μοναστερώνει αλλά ξέρει να γράψει και γιατί.
26/07 18:11  Τριαντάφυλλος Κατσαρέλης
Ούτε ο γράφων μοναστέρωσε βεβαίως, το προηγούμενο δε το ανήρτησα εις το ΕΜΠ.
Ονολογώ ότι δεν είχα το χρόνο να τα διαβάσω εις βάθος, από αυρίο διακόπτων.
Και τα τελευταία του Μηνά βεβαίως :)
26/07 18:15  Τριαντάφυλλος Κατσαρέλης
Α, εκπονείται μια Διπλωματική στο ΕΜΠ, με θέμα την (ανίχνευση) μοντελοποίησης της "συμπεριφοράς των Project Managers σε απρόσμενα συμβάντα".
Όταν υπάρξει το "τελικό σχέδιο" θα το υποβαλλω και στους δύο, προς απόρριψη...
26/07 18:29  cornelsen
Καλησπέρα Τριαντάφυλλε. Ο Μηνάς θα έχει σίγουρα πολλά να πει.
Ρίξτε όσοι μπορείτε μια ματιά στην ιστοσελίδα του http://mc2010.wordpress.com/
Αυτές τις μέρες πραγματικά "ζωγραφίζει".
Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
5 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις