cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΩΣ ΧΡΕΟΣ (μέρος 3ο/5)
2133 αναγνώστες
Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011
12:15

Συνεχίζουμε με το τρίτο μέρος του θέματος που έχουμε ανοίξει κρατώντας πάντα τις επιφυλάξεις μας για το ποσοστό της επιστημονικής αλήθειας που κρύβουν τέτοιου είδους πονήματα. Βεβαίως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε δύο πολύ σημαντικά συμπεράσματα που επιβεβαιώθηκαν μέχρι τώρα: Το πρώτο είναι πως το χρήμα ΔΕΝ δημιουργείται από τις κυβερνήσεις και το δεύτερο πως ένα μέρος του χρήματος δημιουργείται από τις ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ κεντρικές Τράπεζες (χωρίς μάλιστα να υπάρχει αντίκρυσμα σε χρυσό) ενώ το υπόλοιπο από τις εμπορικές Τράπεζες όταν αυτές εκδίδουν κάποιο δάνειο. [Επίσης εδώ]   

 

Συνέχεια από το προηγούμενο

 

Οι Τράπεζες μπορούν να εφαρμόζουν αυτό το χρηματικό σύστημα μόνο με την ενεργή συνεργασία τής κυβέρνησης.

Πρώτον, οι κυβερνήσεις περνούν νομοσχέδια νόμιμης προσφοράς για να μας αναγκάσουν να χρησιμοποιούμε το επίσημο κρατικό νόμισμα.

Δεύτερον, οι κυβερνήσεις επιτρέπουν στην ιδιωτική τραπεζική πίστωση να παρέχεται στην μορφή αυτού τού κρατικού νομίσματος.

Τρίτον, τα κρατικά δικαστήρια επιβάλλουν την εξόφληση των τραπεζικών χρεών.

Και τέλος, οι κυβερνήσεις εγκρίνουν νομοθετικές ρυθμίσεις για να προστατέψουν την λειτουργία και την εμπιστοσύνη του κόσμου στο χρηματικό σύστημα, ενώ δεν κάνουν τίποτα για να ενημερώσουν τον κόσμο σχετικά με την πραγματική καταγωγή τού χρήματος.

 

Η απλή αλήθεια είναι ότι όταν υπογράφουμε στην διακεκομμένη γραμμή για ένα υποτιθέμενο δάνειο ή μια υποθήκη, η υπογεγραμμένη δέσμευσή μας για εξόφληση, υποστηριζόμενη από τα περιουσιακά στοιχεία που δεσμευόμαστε να παραδώσουμε ως ρήτρα αν δεν καταφέρουμε να εξοφλήσουμε, είναι το μόνο πράγμα αληθινής αξίας που εμπλέκεται στην συναλλαγή. Στον καθένα που πιστεύει ότι θα τιμήσουμε την δέσμευσή μας, αυτό το συμβόλαιο τού δανείου ή τής υποθήκης είναι πλέον ένα φορητό, δυνητικά συναλλασσόμενο, και εμπορεύσιμο κομμάτι χαρτιού. Είναι ένα “σού χρωστάω”. Αναπαριστά αξία και συνεπώς είναι μια μορφή χρήματος. Αυτό είναι το χρήμα που ο δανειολήπτης λαμβάνει και χρησιμοποιεί από το υποτιθέμενο δάνειο της Τράπεζας.

 

Τώρα… Ένα πραγματικό δάνειο στον φυσικό κόσμο σημαίνει ότι αυτός που δανείζει πρέπει να έχει κάτι για να δανείσει. Αν χρειάζεστε ένα σφυρί, το να σάς δανείσω μια υπόσχεση παροχής ενός σφυριού που δεν έχω, δεν θα σάς φανεί και πολύ χρήσιμο. Αλλά στον τεχνητό κόσμο του χρήματος, η υπόσχεση μιας Τράπεζας να πληρώσει χρήματα που δεν διαθέτει, επιτρέπεται να θεωρείται νομικά ως χρήμα και εμείς το δεχόμαστε ως τέτοιο.

 

Έτσι, το εθνικό μας μέσο συναλλαγών βρίσκεται πλέον στο έλεος των δανειοδοτικών συναλλαγών των Τραπεζών, οι οποίες δανείζουν, όχι χρήματα, αλλά υποσχέσεις παροχής χρημάτων που δεν διαθέτουν.

Irving Fisher, οικονομολόγος – συγγραφέας

 

Εφόσον ο δανειολήπτης υπογράψει την χρεωστική δέσμευση, η Τράπεζα εξισορροπεί την συναλλαγή δημιουργώντας, με το πάτημα μερικών πλήκτρων σε ένα υπολογιστή, ένα ισόποσο χρέος τής Τράπεζας προς τον δανειολήπτη. Από την πλευρά τού δανειολήπτη αυτό μετατρέπεται σε χρήματα δανείου στον λογαριασμό του, και εφόσον η κυβέρνηση επιτρέπει αυτό το χρέος τής Τράπεζας προς τον δανειολήπτη να μετατρέπεται σε επίσημο κρατικό νόμισμα, όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να το δέχονται ως χρήμα. Ξανά, η βασική αλήθεια είναι πολύ απλή. Χωρίς το έγγραφο που υπέγραψε ο δανειολήπτης, ο τραπεζίτης δεν θα είχε τίποτα να δανείσει. Αναρωτηθήκατε ποτέ πώς είναι δυνατόν όλοι: κυβερνήσεις, οργανισμοί, εταιρίες, οικογένειες να έχουν όλοι ταυτόχρονα χρέη και μάλιστα για τέτοια αστρονομικά ποσά;

Αναρωτηθήκατε ποτέ πως μπορεί να υπάρχουν τόσα πολλά χρήματα εκεί έξω ώστε να δανείζονται;

Τώρα γνωρίζετε. Δεν υπάρχουν.

Οι Τράπεζες δεν δανείζουν χρήματα. Απλώς τα δημιουργούν μέσω τού χρέους.

 

Και, καθώς το χρέος είναι δυνητικά απεριόριστο, το ίδιο είναι και η παροχή χρημάτων. Και, όπως φαίνεται τελικά η αντίθετη πρόταση είναι επίσης αληθής. Χωρίς χρέος δεν υπάρχουν χρήματα.

Δεν είναι απίστευτο, ότι παρά τον αφάνταστο πλούτο των φυσικών πόρων, τής τεχνολογικής καινοτομίας και τής παραγωγικότητας που μάς περιβάλλει, περίπου όλοι μας, από κυβερνήσεις και εταιρίες μέχρι το κάθε ξεχωριστό άτομο, είμαστε βαριά χρεωμένοι στους τραπεζίτες;

 

Αν απλά οι άνθρωποι μπορούσαν να σταματήσουν ένα λεπτό και να σκεφτούν:

– Πώς είναι δυνατόν; Πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι που ουσιαστικά παράγουν όλο τον πραγματικό πλούτο τού κόσμου να χρωστούν σε αυτούς που απλά δανείζουν τα χρήματα που αναπαριστούν τον πλούτο; Ακόμα πιο απίστευτο είναι το ότι αφού συνειδητοποιήσουμε ότι το χρήμα στην πραγματικότητα είναι χρέος, συνειδητοποιούμε επίσης ότι αν δεν υπήρχε χρέος, δεν θα υπήρχε χρήμα.

 

“Αυτή είναι η ουσία του χρηματικού μας συστήματος. Αν δεν υπήρχαν χρέη στο χρηματικό μας σύστημα, δεν θα υπήρχαν καθόλου χρήματα.”

 

Marriner S. Eccles, Πρόεδρος και κυβερνήτης του Federal Reserve Board

 

Αν αυτά είναι νέα για εσάς, δεν είστε οι μόνοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι φαντάζονται ότι αν όλα τα δάνεια εξοφλούνταν, η κατάσταση τής οικονομίας θα βελτιώνονταν. Σίγουρα αυτό ισχύει σε ατομικό επίπεδο. Ακριβώς όπως έχουμε περισσότερα χρήματα για να ξοδέψουμε όταν οι δόσεις τού δανείου

μας τελειώσουν, νομίζουμε ότι αν ο όλοι μας εξοφλούσαμε τα χρέη μας, θα υπήρχαν περισσότερα χρήματα για όλους. Αλλά η αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο: Δεν θα υπήρχαν καθόλου χρήματα.

 

Ορίστε… Είμαστε εξαρτημένοι ολοκληρωτικά από την συνεχώς ανανεώσιμη τραπεζική πίστωση ώστε να υπάρχουν χρήματα. Χωρίς δάνεια, δεν υπάρχουν χρήματα. Το οποίο είναι αυτό ακριβώς που συνέβη κατά την Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση του 1929. Η παροχή χρημάτων μειώθηκε δραματικά καθώς η παροχή δανείων στέρεψε.

 

“Αυτή είναι μια τρομακτική σκέψη. Είμαστε εντελώς εξαρτημένοι από τις εμπορικές Τράπεζες. Κάποιος πρέπει να δανειστεί κάθε δολάριο που υπάρχει στην κυκλοφορία, μετρητό ή πιστωτικό. Όσο οι Τράπεζες δημιουργούν άφθονα συνθετικά χρήματα, ευημερούμε. Αν όχι, λιμοκτονούμε. Χωρίς καμία αμφιβολία, το χρηματικό μας σύστημα δεν μπορεί να έχει διάρκεια. Όταν κάποιος αντιληφθεί πλήρως την εικόνα, ο τραγικός παραλογισμός της ανέλπιδης κατάστασής μας είναι σχεδόν απίστευτός, αλλά να ‘τος.”

 

Robert H. Hemphill, Διευθυντής Πιστώσεων της Federal Reserve Bank, Atlanta, Georgia

 

Αδιάκοπο Χρέος

 

Και αυτό δεν είναι όλο. Οι Τράπεζες δημιουργούν μόνο το ποσό τού κεφαλαίου. Δεν δημιουργούν τα χρήματα που θα πληρώσουν τούς τόκους. Πού υποτίθεται ότι θα βρεθούν αυτά; Το μόνο μέρος στο οποίο μπορούν οι δανειζόμενοι να βρουν χρήματα για να πληρώσουν τούς τόκους είναι η συνολική διαθέσιμη ποσότητα χρημάτων της γενικής οικονομίας. Αλλά το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής διαθέσιμης ποσότητας χρημάτων έχει δημιουργηθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο -ως τραπεζική πίστωση η οποία πρέπει να εξοφληθεί με περισσότερα χρήματα απ’ όσα δανείσθηκαν. Συνεπώς παντού, υπάρχουν άλλοι δανειολήπτες στην ίδια κατάσταση, προσπαθώντας απεγνωσμένα να βρουν τα χρήματα που χρειάζονται για να εξοφλήσουν το κεφάλαιο και τούς τόκους από μια συνολική πηγή χρημάτων που περιέχει μόνο το κεφάλαιο.

 

Είναι φανερά αδύνατο να εξοφλήσουν όλοι το κεφάλαιο πλέον τόκων αφού τα χρήματα που αντιστοιχούν στους τόκους απλά δεν υπάρχουν. Αυτό μπορεί να εκφραστεί με μια απλή μαθηματική εξίσωση. Το μεγάλο πρόβλημα εδώ είναι ότι για μακροπρόθεσμα δάνεια, όπως υποθήκες και κυβερνητικά χρέη, οι συνολικοί τόκοι ξεπερνούν κατά πολύ το κεφάλαιο. Έτσι, εκτός και αν δημιουργηθούν πολλά επιπλέον χρήματα για να πληρωθούν οι τόκοι, αυτό σημαίνει ένα μεγάλο ποσοστό κατασχέσεων των υποθηκευμένων περιουσιών και μια μη-λειτουργική οικονομία.

 

Για να διατηρηθεί μια λειτουργική κοινωνία ο ρυθμός κατασχέσεων πρέπει να είναι χαμηλός. Και έτσι, για να γίνει αυτό, όλο και περισσότερα χρήματα θα πρέπει να δημιουργούνται από το χρέος για να καλύπτουν τις σημερινές ανάγκες εξόφλησης παλαιότερων χρεών. Αλλά φυσικά, αυτό απλά αυξάνει το συνολικό χρέος. Και αυτό σημαίνει ότι τελικά, περισσότεροι τόκοι πρέπει να εξοφληθούν, με αποτέλεσμα να έχουμε μια συνεχώς αυξανόμενη και αναπόφευκτη ακολουθία χρεών. Είναι απλά η χρονική καθυστέρηση μεταξύ της δημιουργίας χρημάτων ως νέων δανείων και της εξόφλησης αυτών, που εμποδίζει την ανεπάρκεια χρήματος να προλάβει να χρεοκοπήσει ολόκληρο το σύστημα.

 

Ωστόσο, καθώς το αχόρταγο πιστωτικό τέρας των Τραπεζών μεγαλώνει συνεχώς, η ανάγκη δημιουργίας όλο και περισσότερων χρημάτων από το χρέος για να ταϊσθεί, γίνεται ακόμα πιο επείγουσα. Γιατί είναι τα επιτόκια τόσο χαμηλά; Γιατί δεχόμαστε πιστωτικές κάρτες στα γραμματοκιβώτιά μας αυτόκλητα; Γιατί η αμερικάνικη κυβέρνηση ξοδεύει πιο γρήγορα από ποτέ; Μήπως για να αποφύγει την κατάρρευση ολόκληρου τού χρηματικού συστήματος;

Ένας λογικός άνθρωπος πρέπει να αναρωτηθεί: Μπορεί αυτό να συνεχίζεται για πάντα; Δεν είναι αναπόφευκτη η κατάρρευση;

 

“Ένα πράγμα που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε σχετικά με το κλασματικού αποθέματος τραπεζικό μας σύστημα είναι ότι, όπως το παιδικό παιχνίδι με την μουσική και τις καρέκλες, όσο η μουσική παίζει, δεν υπάρχουν χαμένοι.”

Andrew Gause, Ιστορικός οικονομικών

 

Τα χρήματα διευκολύνουν την παραγωγή και το εμπόριο. Καθώς το απόθεμα χρημάτων αυξάνεται, τα χρήματα χάνουν ολοένα την αξία τους εκτός και αν το μέγεθος τής παραγωγής και τού εμπορίου, στον πραγματικό κόσμο, αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό. Επιπλέον, όταν ακούμε ότι η οικονομία αναπτύσσεται με ετήσιο ρυθμό 3%, νομίζουμε ότι πρόκειται για ένα σταθερό ρυθμό. Αλλά δεν είναι.

Το φετινό 3% αναπαριστά περισσότερα πραγματικά αγαθά και υπηρεσίες από το περυσινό 3%, επειδή είναι 3% πάνω στο νέο σύνολο. Αντί για μια ευθεία γραμμή, όπως ίσως το εικονοποιείτε από τις λέξεις, ουσιαστικά είναι μια εκθετική καμπύλη που γίνεται όλο και πιο απότομη. Το πρόβλημα, φυσικά, είναι ότι η αδιάκοπη ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας απαιτεί συνεχώς αυξανόμενη χρήση πραγματικών φυσικών πόρων και ενέργειας. Ολοένα περισσότερα πράγματα πρέπει να μετατρέπονται από φυσικούς πόρους σε απόβλητα, κάθε χρόνο, για πάντα, μόνο και μόνο για να γλιτώσει το σύστημα από την κατάρρευση.

 

 

http://www.youtube.com/watch?v=12oLhzfAQFs&feature=related

 

Συνεχίζεται

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

(τού Γ. Ιωαννίδη - περιοδικό Θέσεις)

Το να μιλήσει κανείς για την Ποσοτική θεωρία του χρήματος, δηλαδή για μία από τις πιο δημοφιλείς οικονομικές προσεγγίσεις στη διαμάχη αναφορικά με το τι είναι το χρήμα και ποιες οι λειτουργίες του, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. […] Τόσο όμως οι απόψεις των νεο-κεϋνσιανών, όσο και αυτές των μονεταριστών, που κυριαρχούν στη σημερινή αντιπαράθεση, δεν εξαντλούν σε καμία περίπτωση την κουβέντα αφού σε τελική ανάλυση περιορίζονται και οι δύο σε ζητήματα οικονομικών πολιτικών χωρίς να αμφισβητούν τις βασικές αρχές της Νεοκλασικής Οικονομικής. Υπ΄ αυτή την έννοια, από την όλη παρουσίαση λείπουν δύο βασικά κεφάλαια: Το ένα έχει να κάνει με μία λεπτομερή παρουσίαση των απόψεων του Karl Marx σε σχέση με την Ποσοτική θεωρία του χρήματος. Το δεύτερο με τις απόψεις των μετα-κεϋνσιανών οικονομολόγων. Τα δύο αυτά κεφάλαια απουσιάζουν […] Ελπίζουμε, λοιπόν, να επανέλθουμε στο ζήτημα σε μεταγενέστερο χρόνο.


1. Τι είναι η Ποσοτική θεωρία του χρήματος


Η Ποσοτική θεωρία του χρήματος είναι η πιο παλιά οικονομική θεωρία που επιβιώνει ακόμη. Αποτέλεσε την πρώτη θεωρία μακροοικονομικής σταθερότητας και από την πρώτη στιγμή της διατύπωσής της σκοπός ήταν να κατανοηθεί και να ερμηνευτεί ο τρόπος με τον οποίο η ποσότητα του χρήματος επηρεάζει το γενικό επίπεδο των τιμών. Στην σύγχρονη έκφρασή της παίρνει την μορφή MV=PY η οποία μπορεί εξίσου να γραφεί και ως M/P=Y/V, όπου

M είναι η ποσότητα του χρήματος ή το χρηματικό απόθεμα,

V είναι η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος,

P το γενικό επίπεδο τιμών και

Y είναι το σύνολο της παραγωγής σε υλικούς όρους.

Έτσι στο αριστερό σκέλος της εξίσωσης εκφράζεται η πραγματική προσφορά χρήματος σε μία οικονομία και στο δεξιό η πραγματική ζήτηση. Πρέπει να τονίσουμε ότι η σχέση που προαναφέραμε είναι μια ταυτότητα και όχι μία εξίσωση. Αυτό που μας λέει είναι ότι η αξία των προϊόντων που πωλούνται σε μία οικονομία ισούται με την αξία των προϊόντων που αγοράζονται. Δεν μας λέει τίποτα όμως για την φορά της αιτιότητας, (το αν δηλαδή οι τιμές εξαρτώνται από την ποσότητα του χρήματος ή αν η ποσότητα του χρήματος εξαρτάται από τις τιμές). […]  Η Ποσοτική Θεωρία στηρίζεται σε τρεις βασικές αλληλένδετες προτάσεις.:

Πρώτον ότι το βέλος της αιτιότητας τρέχει από το M στο P […]

Δεύτερον ότι υπάρχει μια σταθερή ζήτηση για παρακράτηση ονομαστικού χρήματος το οποίο είναι η ταχύτητα της κυκλοφορίας V, […]

Τρίτον, ότι το μέγεθος της παραγωγής ή ο όγκος των ανταλλαγών προσδιορίζεται ανεξάρτητα από την ποσότητα

του χρηματικού αποθέματος και το γενικό επίπεδο των τιμών.

Από τα παραπάνω προκύπτει άμεσα η ουδετερότητα του χρήματος, δηλαδή το γεγονός ότι η είσοδος του χρήματος δεν επηρεάζει καθόλου τους νόμους διαμόρφωσης της αξίας των αγαθών. Το σημαντικότερο όμως είναι οι δύο «εξωγένειες» της θεωρίας. Ότι δηλαδή η δημιουργία νέου χρήματος είναι εξωγενής (ρυθμίζεται με βάση τις αποφάσεις μιας δημόσιας αρχής) και ότι η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος και ο όγκος παραγωγής αποτελούν αμετάβλητα μεγέθη.

2. Τα πρώτα βήματα της Ποσοτικής θεωρίας του χρήματος: Η εποχή του Μερκαντιλισμού

[…] θα μπορούσαμε με μία συνέπεια να υποστηρίξουμε ότι οι πρώτες οικονομικές διατυπώσεις της θεωρίας βρίσκονται τον 16ο αιώνα, την εποχή του μερκαντιλισμού. Πρόδρομοι της ποσοτικής θεωρίας θεωρούνται οι Montesquieu (1689-1755) και ο J. Bodin. Το 1568 ο Μ. Bodin απαντώντας στον Jehan Cherruyt de Malestroict θα διατυπώσει για πρώτη φορά με έναν μη επαρκή ακόμη τρόπο μία πρώτη έκφραση της Ποσοτικής θεωρίας του χρήματος. […]

Είναι, λοιπόν, στη θεωρητική κληρονομιά των μερκαντιλιστών που βρίσκουμε τις πρώτες προσπάθειες ανάπτυξης μιας θεωρίας του χρήματος. […] Για τον πρώιμο μερκαντιλισμό οι ποσότητες του χρυσού και του ασημιού που βρίσκονται σε μία χώρα είναι αυτό που καθορίζει το μέγεθος του πλούτου της. Και δεδομένου ότι το χρήμα ήταν μεταλλικό ταύτιζαν τον πλούτο μίας χώρας με το χρήμα που αυτή κατέχει. Έτσι η μερκαντιλιστική πολιτική ήταν μία δημοσιονομική πολιτική όπου το κράτος προσπαθούσε να ενισχύσει τα ταμεία του μέσω της αύξησης της ποσότητας των πολύτιμων μετάλλων. […]

Η ποσοτική θεωρία αντιστρατεύεται αυτήν την κυρίαρχη ιδέα της μερκαντιλιστικής εποχής: Ισχυρίζεται ότι η αύξηση της ποσότητας του χρήματος δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε περισσότερο από την αύξηση των τιμών. H πρώτη –αν και άκομψη- μαθηματική διατύπωση της ποσοτικής θεωρίας θα γίνει από τον Briscoe το 1694. Ο Briscoe θα σχηματίσει μία εξίσωση σύμφωνα με την οποία η ποσότητα του χρήματος ισούται με το γινόμενο των τιμών επί του πραγματικού εισοδήματος. Το πραγματικό όμως βήμα είχε γίνει λίγο νωρίτερα από τον Locke. […]

Η Ποσοτική θεωρία του χρήματος του Hume είναι στενά συνδεμένη με την πολεμική του εναντίων των μερκαντιλιστών. […]

«το χρήμα δεν είναι τίποτα άλλο από μια εκπροσώπηση της εργασίας και των εμπορευμάτων και χρησιμεύει μόνο ως μέθοδος εκτίμησης και αξιολόγησής τους (...) είναι ένα όργανο στο οποίο έχουν συμφωνήσει οι άνθρωποι για την διευκόλυνση της ανταλλαγής του ενός εμπορεύματος με το άλλο και ως τέτοιο δεν έχει καμία αξία αφ΄ εαυτού».

Ο Hume τοποθετείται σταθερά υπέρ μιας νομιναλιστικής θεωρίας του χρήματος, σε αντίθεση με την μερκαντιλιστική θεωρία ότι το χρήμα από μόνο του κατέχει πραγματική αξία.

[…]

Την εποχή του Μερκαντιλισμού διατυπώνονται και οι πρώτες κριτικές προς την Ποσοτική θεωρία:

Μία πρώτη ρωγμή στην άποψη ότι το χρήμα είναι ο πλούτος μίας οικονομίας συναντάμε στον Dudley North, ο οποίος δημοσίευσε τους «Λόγους περί του εμπορίου» το 1691. [Ο North] αντέστρεψε μάλλον το βέλος αιτιότητας στη σχέση μεταξύ τιμών και όγκου συναλλασσόμενων εμπορευμάτων: Με δεδομένες τις τιμές, κυκλοφορεί τόσο χρήμα όσο απαιτείται από τον όγκο των συναλλαγών.

Ο William Petty (1623-1687), ένας από τους πρώτους οικονομολόγους που προσπάθησαν να συλλάβουν μία εργασιακή θεωρία της αξίας, […] θα απορρίψει την Ποσοτική θεωρία με βάσει τον ισχυρισμό ότι το χρήμα είναι ένα παραγόμενο εμπόρευμα με εσωτερική αξία, όπως οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. […]

Επίσης ο Petty ήταν ο πρώτος ο οποίος συνέλαβε μία έννοια ταχύτητας στην προσπάθειά του να υπολογίσει την απαραίτητη ποσότητα του χρήματος για την εμπορική δραστηριότητα. Οι στατιστικές του έρευνες των οικονομιών της Αγγλίας και της Ιρλανδίας τον είχαν πείσει ότι το χρηματικό απόθεμα ήταν μόνο ένα μικρό μέρος των ετήσιων δαπανών, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι η ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερη από τη μονάδα προκειμένου το υπάρχον χρήμα να μπορεί να ικανοποιεί τις ανάγκες του εμπορίου.

Στον αντίποδα της ποσοτικής θεωρίας του Hume συναντάμε επίσης την ίδια εποχή με αυτόν τον James Steuart. Ο Steuart θα υποστηρίξει σε αντίθεση με τον Hume ότι το ύψος των τιμών των εμπορευμάτων εξαρτάται από αιτίες διαφορετικές από την ποσότητα του χρήματος που βρίσκεται στη χώρα[…] Κατά τον Steuart ο όγκος της εμπορευματικής κυκλοφορίας και οι τιμές των εμπορευμάτων είναι αυτές που καθορίζουν την ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος. Από τη συνολική ποσότητα χρήματος μιας χώρας, ένα μέρος μόνο εισέρχεται στην κυκλοφορία. Η πλεονάζουσα ποσότητα αποθησαυρίζεται ως χρηματικό απόθεμα, είτε μετατρέπεται σε αντικείμενα πολυτελείας. Οι ιδέες του Steuart θα επεκταθούν κατά τον 19ο αιώνα από τον Tooke και αργότερα θα αποτελέσουν πρώτη ύλη για την ανάπτυξη της θεωρίας του Marx. Πάντως οι όροι για μία διαμάχη που συνεχίζεται έως και σήμερα έχουν τεθεί.

Συνεχίζεται

Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
4 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις
21/5Μια άνοδος που αποδείχτηκε... faux