cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


Αναζητώντας την αιτία τής ασθένειας (μέρος 3ο)
1594 αναγνώστες
Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010
10:52

 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

 
Ιμπεριαλισμός και πόλεμος
 
Τα μακροχρόνια προβλήματα τού καπιταλισμού ήταν ήδη ορατά τουλάχιστον έναν αιώνα πριν. Φάνηκαν κατά τη διάρκεια τής «μεγάλης Ύφεσης» τής δεκαετίας τού 1880 […] Ήταν ορατά και πάλι στη δεκαετία τού 1930, όταν κάποιοι σχολιαστές μιλούσαν για την «τελική κρίση» τού καπιταλισμού. […]
Κι όμως. Ο καπιταλισμός όχι μόνο ανέκαμψε και στις δυο περιπτώσεις, αλλά […] αποδείχτηκε πιό δυναμικός από πολλές άλλες περιόδους στην ιστορία του. […]
Αυτές οι εμπειρίες οδήγησαν διάφορους, τόσο στις αρχές τού αιώνα όσο και στη δεκαετία τού 1960, να ισχυριστούν ότι ο καπιταλισμός σταδιακά παραχωρούσε τη θέση του σε μια καλύτερη μορφή κοινωνίας, […]
Στην πραγματικότητα και στις δυο περιπτώσεις ο καπιταλισμός ανακάλυψε νέους μηχανισμούς για να αντισταθμίσει την τάση που έχουν οι κρίσεις να γίνονται βαθύτερες.
 
1. [Πως ξεπεράστηκε η κρίση τού 1880]
 
 Ο κύριος μηχανισμός που υιοθετήθηκε από τον καπιταλισμό στο τέλος τού περασμένου αιώνα ήταν η επέκταση πέρα από τα αρχικά κέντρα τού συστήματος στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική, μια διαδικασία που έμεινε γνωστή με τον όρο «ιμπεριαλισμός». […]
Οι βρετανικές κυβερνήσεις επέκτειναν την παλιά βρετανική αυτοκρατορία ώστε να προσαρτήσουν το ένα τρίτο περίπου τής επιφάνειας τής γης, […] Οι γαλλικές κυβερνήσεις άρπαξαν την Ινδοκίνα και το μεγαλύτερο μέρος τής υπόλοιπης Αφρικής, […] Οι ΗΠΑ άρπαξαν τις Φιλιππίνες, τις τυπικά ανεξάρτητες χώρες τής Κούβας και τής Κεντρικής Αμερικής. Η Ολλανδία απλώθηκε από τη βάση τής στην Ιάβα για να αρπάξει όλη τη σημερινή Ινδονησία. Το Βέλγιο πήρε το Κονγκό. Η Ιταλία άρπαξε την Τρίπολη (τη σημερινή Λιβύη) και τη Σομαλία. […] Όλες οι κύριες ευρωπαϊκές δυνάμεις απέκτησαν ζώνες επιρροής στην Κίνα, διαιρώντας ουσιαστικά τη χώρα μεταξύ τους. Το 1914 η μόνη χώρα στην Αφρική που παρέμενε ανεξάρτητη ήταν η Αιθιοπία, ενώ στην Ασία, εκτός από τη διαιρεμένη Κίνα, μόνο το Αφγανιστάν και η Ταϊλάνδη δεν κυβερνούσαν απευθείας από την Ευρώπη. […]
Αλλά η περίοδος τής ευημερίας δεν διήρκεσε πολύ. Ο ιμπεριαλισμός μπόρεσε να αντιμετωπίσει τη φθίνουσα κερδοφορία για μια-δυο δεκαετίες. […]
Ο ιμπεριαλισμός είχε απαλύνει την τάση τού συστήματος για μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις, αλλά μόνο για μια περίοδο και μάλιστα με το τίμημα να το οδηγήσει στη φρίκη και τη σπατάλη τού [Α’] παγκόσμιου πολέμου. Ωστόσο μετά τον πόλεμο, οι οικονομικές κρίσεις επανεμφανίστηκαν σε μια κλίμακα μεγαλύτερη και πιό καταστροφική από οποτεδήποτε πριν στην ιστορία τού συστήματος.
 
2α. [Πως ξεπεράστηκε η κρίση τού 1929 στη Δύση…]
 
Η κρίση που άρχισε το 1929 ήταν η χειρότερη που είχε γνωρίσει ποτέ το σύστημα, […]
Χρειάστηκε η κυβερνητική παρέμβαση για να αρχίσει να εμφανίζεται μια περιορισμένη οικονομική ανάκαμψη και στις δυο οικονομίες: το 1933-34 με το «Νιού Ντηλ» τού Ρούζβελτ στις ΗΠΑ και με τα δημόσια έργα από τη ναζιστική κυβέρνηση στη Γερμανία. […]
Η ανάκαμψη δεν επήλθε στις ΗΠΑ παρά μόνο το 1941, όταν η χώρα μπήκε στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως τόνισε ο Τζορτζ Γκάλμπρεϊθ: «Η μεγάλη ύφεση τής δεκαετίας τού 1930 ποτέ δεν τελείωσε. Απλά εξαφανίστηκε μέσα στη μεγάλη κινητοποίηση τής δεκαετίας τού 1940».
Η ετοιμασία για πόλεμο είχε κάποια οφέλη για τον καπιταλισμό, […] Πρόσφερε σε γιγάντιες εταιρείες τη δυνατότητα να αρπάξουν τον έλεγχο πρώτων υλών και βιομηχανικών εγκαταστάσεων από τούς αντιπάλους τους σε άλλες χώρες […] εξασφάλισε στις εταιρείες μια κρατικά εγγυημένη αγορά για τα προϊόντα τους, η οποία δεν επηρεαζόταν από τις διακυμάνσεις στην υπόλοιπη οικονομία. […]
Στην πραγματικότητα το κράτος δεν παράγγελνε απλώς όπλα από τον ιδιωτικό τομέα. Όλο και περισσότερο σχεδίαζε το ίδιο ολόκληρη την οικονομία, εν ανάγκη κρατικοποιώντας ιδιωτικές εταιρείες, για να εξασφαλίσει ότι τα όπλα παράγονταν έγκαιρα και στις σωστές ποσότητες.
Στη ναζιστική Γερμανία από το 1935 και μετά το κράτος πήρε υπό τον έλεγχό του το μεγαλύτερο μέρος τού τραπεζικού συστήματος […] Τα βιομηχανικά τραστ υποχρεώνονταν διά νόμου να καταθέτουν όλα τα κέρδη πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο στο κράτος γι’ αυτό το σκοπό. […]
  Με τον ίδιο τρόπο, άπαξ και οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο, το κράτος άρχισε να ελέγχει όχι μόνο τον εξοπλιστικό τομέα τής οικονομίας, ο οποίος αντιπροσώπευε περίπου το μισό εθνικό προϊόν, […] Πραγματοποίησε το 90% των συνολικών επενδύσεων και ξόδεψε πελώρια ποσά χτίζοντας νέα εργοστάσια όπλων, των οποίων τη διεύθυνση παρέδιδε μετά σε ιδιωτικές εταιρείες.
Ουσιαστικά, η κίνηση προς τον πόλεμο οδήγησε το κράτος να πετάξει στην άκρη τούς παλιούς μηχανισμούς τής αγοράς και να εξουδετερώσει τις αντιδράσεις σ’ αυτή την κίνηση του εκ μέρους των μεγάλων εταιρειών. […]
Αλλά δεν ήταν μόνο το παραμέρισμα των μηχανισμών τής αγοράς εκ μέρους τού κράτους εκείνο που έκανε την πολεμική βιομηχανία να δουλέψει. Η ίδια η σπατάλη τής παραγωγής όπλων και η βάρβαρη καταστρεπτικότητα τού πολέμου έπαιξαν το ρόλο τους. […]
Αυτό το γεγονός παρατηρήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό μαρξιστή Γκρόσμαν, ο οποίος έγραφε στη δεκαετία τού 1920:
Οι καταστροφές και απαξιώσεις που προκαλεί ο πόλεμος είναι ένα μέσο για να απομακρυνθεί η άμεση κατάρρευση (τού καπιταλισμού), ένα μέσο για τη δημιουργία ενός διαλείμματος προκειμένου να πάρει κάποιες ανάσες η συσσώρευση τού κεφαλαίου…Ο πόλεμος και η καταστροφή των κεφαλαίων που αυτός συνεπάγεται, αμβλύνουν την κατάρρευση τού (καπιταλισμού) και αναγκαστικά δίνουν μια νέα ώθηση στη συσσώρευση τού κεφαλαίου.
Παρότι οι πόλεμοι επιτρέπουν σε κάποιους από τούς μεμονωμένους μεγαλοκαπιταλιστές να επεκτείνουν εντυπωσιακά το κεφάλαιο που έχουν στον έλεγχό τους, το αποτέλεσμα στο σύστημα ως σύνολο, εξηγούσε ο Γκρόσμαν, είναι να «κονιορτοποιούνται αξίες» και «να επιβραδύνεται η συσσώρευση», έτσι ώστε οι επενδύσεις να μην μεγαλώνουν γρηγορότερα από το απασχολούμενο εργατικό δυναμικό. Αυτό με τη σειρά του σταματά την πτώση τού ποσοστού τού κέρδους.
 
2β. […και πως ξεπεράστηκε στην Ανατολή - Ο «σοσιαλισμός» στον Τρίτο Κόσμο]
 
Ο στρατιωτικοποιημένος κρατικός καπιταλισμός δεν ήταν ένα φαινόμενο που περιοριζόταν στα αναπτυγμένα δυτικά κράτη. Για σαράντα χρόνια περίπου ήταν το μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης σ’ όλο τον κόσμο. Μάλιστα, αυτή που κινήθηκε πρώτη και συνολικά προς τον κρατικό καπιταλισμό ήταν η οικονομία μιας σχετικά καθυστερημένης χώρας, τής Ρωσίας τού Στάλιν, στα τέλη τής δεκαετίας τού 1920. Αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστική. Αλλά στο τέλος τής δεκαετίας τού 1920, η Ρωσία απείχε ήδη πολύ από τον πραγματικό σοσιαλισμό που είχε εμπνεύσει την επανάσταση τού 1917. […]
Το πρόσωπο ενός στραγγαλισμένου πτώματος μπορεί να μοιάζει μ’ αυτό τού ζωντανού ανθρώπου. Έτσι, οπτικά η Ρωσία τού 1927 έμοιαζε με τη Ρωσία τού 1917. Αλλά στην πραγματικότητα ήταν ριζικά διαφορετική.
Για ένα διάστημα οι νέοι ηγέτες τής Ρωσίας δεν είχαν πρόβλημα να αφήσουν τη γη και κάποιους τομείς τής βιομηχανίας και τού εμπορίου σε ιδιωτικά χέρια, επιδιώκοντας έτσι την υποστήριξη των προνομιούχων ιδιοκτητών […] Αλλά αυτή η πολιτική οδήγησε σε μια μεγάλη οικονομική κρίση το 1927-28, […] Οι νέοι κυβερνώντες έκαναν τότε μια μεγάλη στροφή 180 μοιρών και υιοθέτησαν τη δική τους εκδοχή τού στρατιωτικού καπιταλισμού. […]
Για τον Στάλιν [και την νέα αστική τάξη τής κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας που κατείχε τα μέσα παραγωγής και διηύθυνε τη χώρα σαν ΜΙΑ, τεράστια, ανώνυμη εταιρεία], ο τρόπος για να «φτάσει τη Δύση» ήταν να αντιγράψει στο εσωτερικό τής Ρωσίας όλες τις μεθόδους τής «πρωταρχικής συσσώρευσης» που χρησιμοποιήθηκαν αλλού. […] Ο Στάλιν τσάκισε τον αγροτικό έλεγχο τής γης μέσω τής «κολλεκτιβοποίησης», […] μάντρωσε εκατομμύρια ανθρώπους στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας […] στέρησε από τα δικαιώματά τους τις μη ρωσικές δημοκρατίες τής ΕΣΣΔ, [κατάργησε] την ανεξαρτησία των συνδικάτων, τουφεκίζοντας απεργούς [μεταξύ αυτών και όσα ιστορικά στελέχη των μπολσεβίκων δεν… πρόλαβαν να πεθάνουν από φυσικό θάνατο] και κόβοντας τα πραγματικά ημερομίσθια κατά 50%.
Η μόνη σημαντική διαφορά μεταξύ των μεθόδων τού Στάλιν και αυτών τού δυτικού καπιταλισμού στην παιδική του ηλικία ήταν ότι, ενώ ο δυτικός καπιταλισμός χρειάστηκε εκατοντάδες χρόνια για να συμπληρώσει την πρωταρχική του συσσώρευση, ο Στάλιν προσπάθησε να το πετύχει σε μια-δυο δεκαετίες. Η βαρβαρότητα και η κτηνωδία ήταν λοιπόν πολύ πιό συγκεντρωμένες χρονικά. […]
Ο περισσότερος κόσμος θεωρούσε εκείνη την κοινωνία ως σοσιαλισμό (και πολλοί εξακολουθούν να τη θεωρούν ακόμη και τώρα). Και αυτό επειδή ο σταλινισμός όντως τσάκισε τον ιδιωτικό καπιταλισμό στη Ρωσία και αργότερα στην Ανατολική Ευρώπη, στην Κίνα κ,λπ. […]
Ένα τέτοιο μοντέλο κρατικής παρέμβασης και «σχεδιασμού» ήταν ελκυστικό για τούς κυβερνώντες πολλών αδύναμων καπιταλιστικών χωρών στη δεκαετία τού 1930, τού 1940, τού 1950 και τού 1960 [Ινδία, Αίγυπτος, Συρία, Αλγερία, τριτοκοσμικές χούντες κ.λπ].  […]
Τα κίνητρα ήταν παντού τα ίδια μ’ αυτά τού Στάλιν. Οι ηγέτες των λιγότερο ανταγωνιστικών καπιταλιστικών χωρών χρειάζονταν το κράτος, γιατί αυτό μπορούσε από τη μια να συγκεντρώνει τούς πόρους τής οικονομίας και από την άλλη να παρέχει προστασία ενάντια στις άμεσες συνέπειες που θα είχε η έκθεση στις διακυμάνσεις τής παγκόσμιας αγοράς.
Ως αποτέλεσμα, για σχεδόν αιώνα η «ορθοδοξία» στην καπιταλιστική οικονομική θεωρία έλεγε ότι επιβαλλόταν η κρατική παρέμβαση και ότι ο «σχεδιασμός» ήταν καλό πράγμα.
Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς ήταν ο απόστολος αυτής τής προσέγγισης στη Δύση, ο Ιωσήφ Στάλιν στη Ρωσία. […] Οι υποστηριχτές τού ενός συνήθως ανήκαν στα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ενώ τού άλλου στους άσπονδους αντιπάλους τους, στα σταλινικά κόμματα. Ωστόσο, συμμερίζονταν από κοινού μια σημαντική ιδέα: και οι μεν και οι δε πίστευαν ότι η κατάληψη τού υπάρχοντος κράτους και η χρησιμοποίησή του για να διευθύνει την εθνική οικονομία μπορούσε να προλάβει τις κρίσεις και να εξασφαλίσει τη συνεχή βιομηχανική πρόοδο.
 
Το τέλος μιας ψευδαίσθησης
 
Το 1956 ένα ηγετικό στέλεχος τής δεξιάς πτέρυγας τού Εργατικού Κόμματος, ο Άντονι Κρόσλαντ, περιέγραφε ως εξής την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στη νεότητά του:
Η διάχυτη επιρροή τής μαρξιστικής ανάλυσης στη δεκαετία τού 1930 ήταν μια αντανάκλαση μιας πνευματικής ζύμωσης που δεν είχε ανάλογό της στην ιστορία τού βρετανικού εργατικού κινήματος. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονταν ότι χρειάζονταν μια συνολική ανάλυση για να εξηγήσουν την καταστροφή που φαινόταν να αγκαλιάζει τον καπιταλισμό παγκόσμια. […]
Είκοσι χρόνια αργότερα τα πράγματα είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο τους, καθώς η μεταπολεμική άνθηση τελείωσε με την ύφεση τού 1974-76. Ξαφνικά, οι κεϊνσιανές μέθοδοι στις οποίες άνθρωποι σαν τον Κρόσλαντ είχαν πιστέψει, δεν φαίνονταν να δουλεύουν. […]
Για ένα διάστημα στις αρχές τής δεκαετίας τού 1980 έγινε μια τελευταία προσπάθεια από την αριστερά τού βρετανικού Εργατικού Κόμματος να αναβιώσει την κεϊνσιανή πολιτική. […]
Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, στα τέλη τής δεκαετίας τού 1980 πολλοί απ’ τούς πιό γνωστούς κήρυκες αυτής τής πολιτικής την είχαν πλέον εγκαταλείψει.
 
Θανάσιμα ελαττώματα
 
Η αποτυχία τής «κεϊνσιανής» κρατικής παρέμβασης να σταματήσει την καπιταλιστική κρίση στη Δύση συνδυάστηκε με το γεγονός ότι και οι σταλινικές οικονομίες τής Ανατολής βούλιαξαν και αυτές στην κρίση. […]
 Από το 1986 και μετά, ο ηγέτης τής ΕΣΣΔ, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, αποκάλυπτε ότι η οικονομία τής χώρας υπέφερε από «στασιμότητα», ωσότου ο ίδιος έχασε την εξουσία καθώς η στασιμότητα μετατράπηκε σε μια ύφεση τόσο μεγάλη όσο αυτή που είχε χτυπήσει τη Δύση στα χρόνια τού μεσοπολέμου.
Καθώς το Τείχος τού Βερολίνου έπεφτε και η ΕΣΣΔ διαλυόταν, πολλοί απ’ αυτούς που έβλεπαν το σοσιαλισμό σαν ένα μίγμα τού Στάλιν και τού Κέινς, τώρα ισχυρίζονταν ότι ο καπιταλισμός είχε αποδείξει την ανωτερότητά του έναντι τού σοσιαλισμού.
Στην πραγματικότητα, αυτό που απέτυχε δεν ήταν ο σοσιαλισμός, αλλά η προσπάθεια υπερνίκησης των παλιών κρίσεων τού καπιταλισμού τής αγοράς, μέσω τού κρατικού καπιταλισμού[…]
Υπήρξε μια φάση στην ιστορία τού καπιταλισμού στην οποία οι μέθοδοι τού στρατιωτικού κρατικού καπιταλισμού μπορούσαν να απομακρύνουν τις κρίσεις. Αλλά η φάση αυτή είχε περάσει. Μετά, τίποτα απ’ όσα έκαναν οι κυβερνήσεις δεν μπορούσε να ξαναϊσιώσει τα πράγματα.
Αυτό είχε προβλεφθεί από τις πρωτοπόρες μαρξιστικές αναλύσεις πάνω στο στρατιωτικό κρατικό καπιταλισμό, που έγιναν στο κορύφωμα τής μεταπολεμικής άνθησης από ανθρώπους όπως ο Βανς και ο Κίντρον. Αυτοί είχαν επισημάνει ήδη από τις δεκαετίες τού 1950 και τού 1960 ότι ο στρατιωτικός κρατικός καπιταλισμό περιείχε εσωτερικές αδυναμίες που είχαν αγνοηθεί τόσο από τούς κεϊνσιανούς όσο και από τούς απολογητές τού σταλινισμού.
Πρώτον, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις οδηγούσε αυτές τις χώρες στο να αναλαμβάνουν μορφές στρατιωτικής παραγωγής που συνεπάγονταν ολοένα και μεγαλύτερα ποσά κεφαλαιουχικής επένδυσης ανά εργάτη. […] Κατά συνέπεια, ένα επίπεδο εξοπλιστικών δαπανών που εξασφάλιζε πλήρη απασχόληση σ’ όλη την οικονομία στις αρχές τής δεκαετίας τού 1950 δεν θα μπορούσε να κάνει το ίδιο στις αρχές τής δεκαετίας τού 1970.
Δεύτερον, οι εξοπλιστικές δαπάνες από τις μεγάλες δυνάμεις εξασφάλιζαν μια αγορά για πολλές μικρότερες χώρες που οι ίδιες δεν ξόδευαν σημαντικά ποσά σε εξοπλισμούς. […]
Οι βιομηχανίες των χωρών που παρήγαγαν λίγα όπλα, αναπτύσσονταν πιό γρήγορα απ’ αυτές των χωρών που παρήγαγαν περισσότερα και άρχισαν να αποτελούν πλέον ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι τού παγκόσμιου οικονομικού συστήματος απ’ ότι πριν από δυο ή τρεις δεκαετίες. […]
Τέλος, [η] μαζική επέκταση τού συστήματος είχε συνοδευτεί από τη μαζική ανάπτυξη τού παγκόσμιου εμπορίου, με περίπου διπλάσια ταχύτητα απ’ αυτή τής επέκτασης τού παγκόσμιου οικονομικού προϊόντος. Τα ποσά που μετακινούνταν ανάμεσα σε τράπεζες σε διαφορετικές χώρες σε μια κανονική μέρα κατέληξαν να ξεπεράσουν κατά πολύ τα αποθέματα ξένου συναλλάγματος των εθνικών κυβερνήσεων. Αυτό σήμαινε ότι οι κυβερνήσεις δυσκολεύονταν όλο και περισσότερο να ελέγχουν το τι έκαναν οι καπιταλιστές με τούς πόρους τους. […] Στο τέλος τής δεκαετίας τού 1980 πολλές αισθάνονταν ανίκανες να κάνουν κάτι τέτοιο.
Η ανάπτυξη τού εμπορίου συνοδευόταν από μια διεθνοποίηση τού χρηματιστικού τομέα και τής παραγωγής, καθώς μόνο οι εταιρείες που δρούσαν πέρα από τα εθνικά σύνορα μπορούσαν να επενδύσουν στις πιό προηγμένες μορφές τεχνολογίας.  […]
Όσες καπιταλιστικές κυβερνήσεις εμπόδιζαν τις δικές τους εθνικές βιομηχανίες να συνεργαστούν μ’ αυτούς τούς κολοσσούς, διακινδύνευαν να χάσουν την πρόσβαση στις πιό σύγχρονες τεχνικές. Αλλά κι όσες επέλεγαν τη συνεργασία, παρέδιδαν τον έλεγχο τομέων-κλειδιά τής βιομηχανίας σε πολυεθνικούς καπιταλιστές που το μόνο που τούς απασχολούσε ήταν τα διεθνή κέρδη και όχι η εθνική καπιταλιστική σταθερότητα.
Οι κυβερνήσεις ανακάλυπταν ότι ήταν όλο και πιό αδύναμες, καθώς οι κρίσεις εκρήγνονταν σε κλίμακα άγνωστη για μισό αιώνα. […]
Τα πράγματα δεν ήταν πολύ διαφορετικά στα ανατολικά κράτη. […] Όταν οι ΗΠΑ ξεκίνησαν ένα νέο γύρο εξοπλιστικών δαπανών με τον «δεύτερο ψυχρό πόλεμο» τής δεκαετίας τού 1980, οι ηγέτες τής ΕΣΣΔ ξαφνικά διαπίστωσαν ότι δεν άντεχαν άλλο.
Η μόνη διέξοδος απ’ αυτή την κατάσταση φαινόταν να είναι η εγκατάλειψη τής κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας τού στρατιωτικού κρατικού καπιταλισμού και η στροφή στο ελεύθερο παιχνίδι τής ανεξέλεγκτης παγκόσμιας αγοράς, με τις απρόβλεπτες ανόδους και καθόδους της.
 
------------
 
Σήμερα η κρίση τού καπιταλισμού επανέρχεται και χτυπά την στιγμή που οι διάφοροι απολογητές του μας διαβεβαίωναν ότι έχουμε μπει σε μια πορεία διαρκούς ανάπτυξης. Η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική.
Παρά την συνεχιζόμενη κλοπή τού πλούτου τού Τρίτου Κόσμου είτε με την βία (Ιράκ, Αφγανιστάν, Παλαιστίνη, Σερβία, κέρας τής Αφρικής) είτε με «ειρηνικά» μέσα,
παρά την ένταξη των χωρών τού (αν)υπαρκτου σοσιαλισμού στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας,
παρά την συμπίεση των εργατικών μισθών (την ένταση τής εκμετάλλευσης που θα έλεγε κι ο συγχωρεμένος ο Κάρολος),
παρά την εξώθηση των εργαζομένων στον δανεισμό για την συμπλήρωση τού μισθού τους και για να ικανοποιήσουν στο ελάχιστο τις ανάγκες τους, 
παρά το άγριο παιχνίδι με τις διάφορες χρηματιστηριακές φούσκες,
η κρίση χτύπησε την πόρτα μας. Πρώτα εκδηλώθηκε μέσα από την κατάρρευση των χρηματιστηριακών δεικτών στην αρχή τής δεκαετίας. Και στην συνέχεια μέσα από την παρ’ ολίγο κατάρρευση τού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η κρίση χρέους θα είναι το τελευταίο σκαλοπάτι ή θα ακολουθήσουν και άλλα; Τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν για να ξεπεραστεί η καπιταλιστική κρίση αρκούν για το ξεπέρασμά της;
 
 
Τα "κλεμμένα"

Έχει σημασία να καταλάβουμε τι έγινε [σ.σ. το 2007], γιατί χρησιμοποιείται μια συσκοτιστική ορολογία, όπως "φούσκα" κ.λπ. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη χρηματιστική απάτη στην ιστορία. Οι τράπεζες έδωσαν στεγαστικά δάνεια σε δανειολήπτες που ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να τα εξοφλήσουν. Μετά οι οίκοι αξιολόγησης ξέπλυναν τα δάνεια, βαθμολογώντας τα ΑΑΑ. Το τελικό θύμα ήταν εν πολλοίς ο Ευρωπαίος επενδυτής.
--------
Μερικοί λένε ότι, αν εφαρμόσουμε λιτότητα, οι αγορές θα επανέλθουν στην κανονικότητα. Είναι ανόητο. Οι αγορές δεν καθοδηγούνται από την αγορά ομολόγων, αλλά από την αγορά CDS [...] Αυτή η αγορά δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να ανταποκριθεί στις μεταρρυθμίσεις που θα κάνει η ελληνική ή οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση.   
--------
Η Ευρώπη είναι μια εμπορική ζώνη που βρίσκεται χοντρικά σε ισορροπία με τον κόσμο. Το πλεόνασμα τής Γερμανίας είναι ακριβώς έλλειμμα τής υπόλοιπης Ευρώπης. Τα πλεονάσματα δεν είναι αρετές και τα ελλείμματα κακίες. Δεν μπορεί η Γερμανία να έχει πλεονάσματα, αλλά να μην έχει ομόλογα. Θα έπρεπε η Γερμανία και η υπόλοιπη Ευρώπη να μπορούν να συνυπάρχουν όπως η Κίνα, που έχει αμερικανικά ομόλογα, και η Αμερική, χωρίς η μία να λέει στην άλλη τι να κάνει.  
 
Τζέιμς Γκαλμπρέιθ, Εφημερίδα "Ο Κόσμος τού Επενδυτή", 24/7/10 
Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
8 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις
21/5Μια άνοδος που αποδείχτηκε... faux