cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


Αναζητώντας την αιτία τής ασθένειας (μέρος 1ο)
1297 αναγνώστες
Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010
09:56

 

Ακούμε συνεχώς ερμηνείες και παραινέσεις από διάφορους ειδήμονες, δημοσιογράφους και δημοσιολογούντες, ολόκληρου τού φάσματος τής… σοβαρότητας: από τούς ανθρώπους των καναλιών (ναι, αυτούς που αμείβονται με χιλιάδες ευρώ μηνιαίως και κάνουν παρέα με «Χριστοφοράκους») ως τούς διάφορους χυδαίους απολογητές και «εξαπτέρυγα» τού Μνημονίου (που αισθάνονται την ανάγκη να δικαιολογήσουν τον δοσιλογισμό τους). Όπως ήταν φυσικό ξεκίνησαν κατηγορώντας τούς μισθούς των ΔΥ και όταν είδαν το διογκούμενο κύμα δυσαρέσκειας πρόσθεσαν στα επιχειρήματά τους και «ολίγην» από διαπλοκή. Ο Πάγκαλος, βέβαια, είπε –για ποιόν λόγο άραγε;- μια αλήθεια: τα «λάδια» που αποδέχτηκαν οι πολιτικοί δεν μπορούν να εξηγήσουν την κρίση χρέους που ζει –εντονότερα από άλλους- η ΕΕ.
Υπάρχουν όμως και ερμηνείες τής κρίσης διαφορετικές από τις αγοραίες. Μια από αυτές στηρίζεται σε ένα υπόβαθρο ερμηνείας τής καπιταλιστικής κρίσης αρκετά «αιρετικό» ως προς τις διαδεδομένες απόψεις. Αντιγράφω γι’ αυτόν τον λόγο από το βιβλίο του Chris Harman, Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΚΟΜΕΙΟΥ, εκτεταμένα κομμάτια σε τρεις συνέχειες. Το βιβλίο γράφτηκε στα μέσα τής δεκαετίας του 1990 –κάτι που θα πρέπει να έχουμε συνεχώς στο μυαλό μας κατά την ανάγνωση των κειμένων του.
 
ΜΕΡΟΣ Ι - Εισαγωγή
 
Η κρίση σήμερα [είπαμε, στα μέσα τής δεκαετίας τού ‘90]
 
Ο καπιταλισμός στα μέσα τής δεκαετίας τού 1990 φαίνεται τόσο διαφορετικός από τον καπιταλισμό τής δεκαετίας τού 1950, όσο διέφερε και ο τελευταίος από τον καπιταλισμό τής δεκαετίας τού 1930. Για άλλη μια φορά αντιμετωπίζουμε υψηλά επίπεδα ανεργίας, επανειλημμένες υφέσεις και τεράστιες δεξαμενές φτώχειας. Η υπερπαραγωγή συνδυάζεται με περικοπές των κοινωνικών δαπανών και με μια καθοδική πίεση στους μισθούς, πράγμα που μειώνει ακόμα περισσότερο τη ζήτηση για ό,τι παράγεται. […]
Ταυτόχρονα η «νέα δεξιά» παραδέχεται με ένα αντεστραμένο τρόπο την ανικανότητα τού συστήματος να προσφέρει ελπίδα στους ανθρώπους που ζουν μέσα σ’ αυτό, με κραυγές για περικοπές στις κοινωνικές παροχές. Αυτό ισχύει ακόμα και στην περίπτωση τού Νιουτ Γκίνχριτ στις ΗΠΑ, ο οποίος εξυμνεί τις αρετές των «ασύλων για φτωχούς» τού 19ου αιώνα ως μέσο αντιμετώπισης τής «νέας τάξης των φτωχών».
Ένα τέτοιο μήνυμα απέχει πολύ από τη δεκαετία τού 1950, όταν ακόμα και συντηρητικοί πολιτικοί σαν τον Αϊζενχάουερ στις ΗΠΑ και τον Μακμίλαν στη Βρετανία, υπόσχονταν σε όλους μια καλύτερη ζωή, όταν το «αμερικανικό όνειρο» σήμαινε όχι μόνο επιτυχία γι’ αυτούς που ήταν στην κορυφή αλλά επίσης και ασφάλεια γι’ αυτούς που βρίσκονταν πιο κάτω, […] Επίσης απέχει πολύ και από τη δεκαετία τού 1980, όταν ο Ρίγκαν στις ΗΠΑ και η Θάτσερ στη Βρετανία υπόσχονταν «λαϊκό καπιταλισμό» με τον πλούτο να «κατρακυλά» από τούς πλούσιους προς τούς φτωχούς. […]
Από τα μέσα τής δεκαετίας τού 1970 και μετά οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης σ’ όλες τις ανεπτυγμένες χώρες και σχεδόν σε όλες τις τριτοκοσμικές και τις «νέες βιομηχανικές» χώρες –εκτός από αυτές τής Άπω Ανατολής- είναι χαμηλότεροι απ’ ότι ήταν στα προηγούμενα 25 χρόνια. […]
Η μείωση των ρυθμών ανάπτυξης καθρεφτίζει μια πτώση στα μέσα ποσοστά κέρδους, παρ’ όλη την προσπάθεια να εντατικοποιηθεί η δουλειά και να συμπιεσθούν οι μισθοί. Τα μέσα ποσοστά κέρδους τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση στα τέλη τής δεκαετίας τού 1980 ήταν γύρω στο 60% τού επιπέδου τού 1950 και τού 1960. […]
Η επέκταση τής παραγωγής που χρησιμοποιεί όλο και λιγότερη εργασία, θα μπορούσε να οδηγήσει στην πραγματοποίηση όλων των ουτοπικών ονείρων τής ανθρωπότητας στα τελευταία 5.000 χρόνια. Σ’ ένα κόσμο που δεν θα υπήρχαν οι εξοντωτικές ελλείψεις, αλλά που θα υπήρχε ελευθερία από την πίεση τής δουλειάς και ελεύθερος χρόνος για να αναπτυχθεί η πραγματική δημιουργικότητα. Ωστόσο, στο υπάρχον σύστημα αυτή η διαδικασία, αντίθετα, προκαλεί δυο καταστροφικές αντιφάσεις. Από τη μια υπάρχει μια αυξανόμενη ανισορροπία μεταξύ τού επιπέδου των επενδύσεων και τού επιπέδου τού κέρδους που απαιτείται για να διατηρηθεί αυτή η επένδυση. Από την άλλη υπάρχει ένα αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα στο δυνητικό προϊόν τής οικονομίας και στην ικανότητα των μισθών να εξασφαλίσουν «αποτελεσματική ζήτηση».
Η συσσώρευση παραγωγικού κεφαλαίου γίνεται με συνεχή μπρος-πίσω: ξαφνικά ορμάει μπροστά καταστρέφοντας παλιές θέσεις εργασίας, και μετά, από φόβο μήπως δεν βγάλει κέρδος, ξαφνικά πάλι σταματά και εμποδίζει τη δημιουργία καινούργιων θέσεων εργασίας […] Καθώς ο ανταγωνισμός γίνεται ολοένα και πιο έντονος, οι εταιρείες αφιερώνουν ολοένα και μεγαλύτερους πόρους σε αντιπαραγωγικές μορφές ανταγωνισμού, σε έξοδα για μάρκετινγκ, για διαφημίσεις, για προώθηση προϊόντος, για συσκευασία. Και καθώς τα μέσα ποσοστά κέρδους στη βιομηχανία πέφτουν, τόσο περισσότερο υπάρχει μια όλο και πιο ξέφρενη αναζήτηση για κέρδος σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες: στα παγκόσμια χρηματιστήρια, στην κερδοσκοπία πάνω στη γη, στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων, στην αγορά συναλλάγματος. […]
Το σύστημα μπορεί να μπήκε σε νέα φάση. Αλλά ο τρόπος που λειτουργεί δεν είναι καινούργιος.

 Συνεχίζεται...

Τα «κλεμμένα»
[Ας] φανταστούμε τον εξής διάλογο που θα έκαναν […] ένας ρεφορμιστής συνδικαλιστής νεοκεϋνσιανής έμπνευσης και ένας εκπρόσωπος της εργοδοσίας νεοφιλελεύθερης έμπνευσης:
« - Επειδή υπάρχει κρίση των πωλήσεων, επομένως, υπεραφθονία εμπορευμάτων, πρέπει αμέσως να αυξήσουμε τους μισθούς για να απορροφηθούν τα απούλητα στοκ και να ξανασυνδέσουμε την αντλία. Αλλιώς δεν θα βγούμε από την κρίση.
- Φουκαρά μου, κάνεις λάθος! Η κρίση είναι πάνω απ’ όλα ο περιορισμός των επενδύσεων (και επομένως της απασχόλησης) εξαιτίας της πτώσης των κερδών. Αν αυξήσεις τους μισθούς ακριβώς σ’ αυτή τη φάση του κύκλου, θα περιορίσεις ακόμα περισσότερο τα κέρδη, επομένως τις επενδύσεις, άρα και την απασχόληση. Πρέπει αντίθετα να περιορίσεις άμεσα τους μισθούς. Έτσι οι διευθυντές των επιχειρήσεων θα δουν τα κέρδη τους να αυξάνονται, θα προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις, θα προσλάβουν νέο προσωπικό και τότε η συγκυρία θα πάρει νέα ώθηση.
- Ακούστηκε ποτέ μεγαλύτερη βλακεία; Υπάρχει ήδη μεγάλη κρίση των πωλήσεων. Περιορίζοντας τους μισθούς, θα περιορίσετε και την τρέχουσα αγοραστική δύναμη των μαζών, δηλαδή τη συνολική ζήτηση. Με τον περιορισμό της συνολικής ζήτησης, η κρίση των πωλήσεων θα οξυνθεί και η αγορά θα γεμίσει με απούλητα εμπορεύματα! Είδατε ποτέ εργοδότες να κάνουν επενδύσεις για να παράγουν ακόμα περισσότερα απούλητα εμπορεύματα; Περιορίζοντας τους μισθούς, θα οξύνετε την κρίση, αντί να την ξεπεράσετε».
Το βασικό λάθος που κάνουν οι δύο σχολές, […], είναι ότι προϋποθέτουν την ύπαρξη μιας σειρά από μηχανικές και γενικευμένες αναπροσαρμογές που στην πραγματικότητα μπαίνουν σε λειτουργία μόνο κάτω από ορισμένες πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η αύξηση των οικογενειακών εισοδημάτων δεν δίνει πραγματικά «νέα ώθηση» στη συγκυρία, παρά μόνο αν συνοδευτεί από μια αύξηση του ποσοστού κέρδους και από μια προοπτική γενικευμένης επέκτασης της αγοράς.[…]. Αντίστροφα, η αύξηση των κερδών και των επενδύσεων επιτρέπει το ξεπέρασμα της κρίσης μόνο αν συνοδευτεί από μια επέκταση της συνολικής ζήτησης. Αλλιώς τα αποθέματα απούλητων εμπορευμάτων θα εξακολουθούν να βαραίνουν στην αγορά και να διατηρούν την οικονομία σε επίπεδα ύφεσης. Χρειάζεται ο συνδυασμός μιας ισχυρής επέκτασης της αγοράς (της αγοραστικής δύναμης των τελευταίων καταναλωτών) και μιας έντονης αύξησης του μέσου ποσοστού του κέρδους για να επιτραπεί ένας νέος κύκλος ανάπτυξης της παραγωγής και συσσώρευσης του κεφαλαίου. […]
Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε γιατί οι καπιταλιστές, με μια πείρα 150 χρόνων, συνεχίζουν να δρουν λίγο πολύ με τον ίδιο τρόπο, αντί να προσπαθήσουν να «αντισταθμίσουν» τα αμοιβαία λάθη τους στην πρόβλεψη των οικονομιών εξελίξεων. Γιατί όλες οι επιχειρήσεις αυξάνουν (υπέρμετρα) τις επενδύσεις στη διάρκεια της υψηλής συγκυρίας, πράγμα που επιταχύνει την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και υπερπαραγωγή; Γιατί περιορίζουν όλες (υπέρμετρα) τις επενδύσεις τους στη διάρκεια της κρίσης, πράγμα που οξύνει την κρίση των πωλήσεων και την πτώση των κερδών; Δεν είναι ένα παράλογο «ένστικτο του κοπαδιού» που τους κάνει να συμπεριφέρονται έτσι;
Η απάντηση είναι απλή: ό,τι φαίνεται λογικό από την άποψη του συστήματος στο σύνολό του παύει να είναι τέτοιο από την άποψη κάθε μεγάλης επιχείρησης ξεχωριστά και αντίστροφα. Όταν υπάρχει μεγάλη επέκταση της αγοράς, όλες οι επιχειρήσεις πρέπει να προσπαθήσουν να τρώνε από την αυξημένη πίττα, επιταχύνοντας έτσι την «υπερεπένδυση» και την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Όταν υπάρχει κρίση των πωλήσεων, θα ήταν παράλογο για την κάθε ατομική επιχείρηση να αυξήσει την παραγωγική ικανότητά της. […]. Στις αποφασιστικές καμπές του κύκλου φαίνεται ξεκάθαρα ότι η αφελής πεποίθηση των φιλελεύθερων, κατά την οποία το «γενικό συμφέρον» εξυπηρετείται καλύτερα, αν ο καθένας κοιτάξει το «ατομικό συμφέρον» του, είναι καθαρή αυταπάτη –εκτός από το γεγονός ότι προσπαθεί να αποκρύψει την αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα σε καπιταλιστές και μισθωτούς. Η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί το αξεπέραστο εμπόδιο για εκτεταμένη αύξηση των επενδύσεων. Γι’ αυτό αποτελεί επίσης το αξεπέραστο εμπόδιο για να εξαφανιστεί ο κύκλος.
Από το Ernest Mandel: Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ΥΠΕΡΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΓΕΝΙΚΑ
Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
14 ψήφοι

 Εκτύπωση
 Αποστολή με e-mail

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις