cornelsen
ένθεν κι ένθεν, εκείθεν και εντεύθεν
Σύνδεσμοι


3534 αναγνώστες
Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015
23:54

Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση διέψευσε τις πληροφορίες ότι δόθηκε από τους εταίρους το συνολικό σχέδιο της Ευρώπης σε περίπτωση Grexit, οι δραματικές προειδοποιήσεις Γιούνκερ και Τουσκ δείχνουν ότι πράγματι έχει εκπονηθεί ένα τέτοιο σχέδιο.

Για πρώτη φορά τόσο ωμά είπαν στην Ελλάδα ότι υπάρχουν συγκεκριμένα βήματα σε περίπτωση που η κυβέρνηση δεν συναινέσει σε συμφωνία. Και δείχνουν περισσότερο έτοιμοι από ποτέ να αντιμετωπίσουν μια κρίση που θα δημιουργηθεί στο απευκταίο σενάριο της εξόδου από το ευρώ.

Το σχέδιο δεν έχει γίνει γνωστό, δεν δημοσιοποιήθηκε, ωστόσο, η «Wall Street Journal» σε ειδικό αφιέρωμα απαντούσε σε δέκα βασικές ερωτήσεις για το «Πως θα μοιάζει ένα Grexit».
Όπως αναφέρει η εφημερίδα στο άρθρο της «αν και όλα αυτά είναι υποθέσεις, ας το πράξουμε» και ας εξετάσουμε πως θα καταφθάσει το Grexit και τι θα σημάνει για όλους τους εμπλεκόμενους.

Πώς θα έρθει το Grexit;

Μέσω των τραπεζών. Δεν υπάρχει νομικός ή πολιτικός τρόπος ώστε η Ελλάδα να «αποβληθεί» από το ευρώ και η ελληνική κυβέρνηση έχει, επανειλημμένα, τονίσει ότι δεν θα φύγει οικειοθελώς από τη ζώνη του ευρώ. Αυτό υποδεικνύει ότι το Grexit μπορεί να καταφθάσει εάν η κατάσταση των τραπεζών δυσχεράνει τόσο πολύ, ώστε δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση.

Πόσο πιο άσχημα θα γίνουν τα πράγματα;

Όχι και πολύ χειρότερα, για να είμαστε ειλικρινής. Οι τράπεζες δεν έχουν ρευστότητα: δεν μπορούν να «μετατρέψουν» τα περιουσιακά τους στοιχεία (π.χ. τα δάνεια) σε μετρητά, ώστε να αποπληρώσουν αυτά που θέλουν οι πιστωτές τους (οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν είναι άλλοι από τους καταθέτες). Ο μόνος που τους παρέχει ρευστότητα είναι η Τράπεζα της Ελλάδος. Όμως η ΕΚΤ «πάγωσε» τον ELA. Αποτέλεσμα είναι οι τράπεζες να κλείσουν. Προσφέρουν τα τελευταία τους μετρητά στους καταθέτες, οι οποίοι μπορούν να αντλήσουν μόλις 60 ευρώ την ημέρα. Σταμάτησαν τις ηλεκτρονικές, διασυνοριακές συναλλαγές. Στην πραγματικότητα η Ελλάδα είναι με το ένα πόδι έξω από το ευρώ. Επιχειρήσεις και καταναλωτές θέλουν μετρητά. Σαφώς ένα ευρώ σε έναν ελληνικό, τραπεζικό λογαριασμό δεν αξίζει όσο ένα ευρώ στην τσέπη σου ή όσο ένα ευρώ σε μία κατάθεση σε γερμανική τράπεζα. Ουσιαστικά οι Έλληνες έχουν την αίσθηση ότι το «νόμισμα» που έχουν στους λογαριασμούς τους δεν είναι πραγματικά ευρώ.

Ποιος μπορεί πραγματικά να το προκαλέσει;

Η ΕΚΤ μπορεί να διακόψει τον ELA, καθώς, ήδη, έχει αφήσει να εννοηθεί ότι δεν αισθάνεται και πολύ βολικά, προσφέροντας κεφάλαια στις ελληνικές τράπεζες. Το μεγαλύτερο μέρος των ενέχυρων που μπορούν να δώσουν οι ελληνικές τράπεζες για να δανειστούν από την ΕΚΤ είναι είτε ελληνικά ομόλογα, είτε assets τα οποία έχουν εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου. Εάν η «γραμμή ζωής» κοπεί, οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να αποπληρώσουν τα δάνεια που έχουν λάβει. Δεν θα μπορέσουν να το πράξουν και θα καταρρεύσουν.

Τι θα συμβεί μετά;

Το τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να ξαναρχίσει να λειτουργεί, τουλάχιστον για να διασφαλιστεί η προμήθεια βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Θα πρέπει να υπάρξει ένα τεράστιο πρόγραμμα διάσωσης των τραπεζών. Η διακοπή αποδοχής των εγγυήσεων των ελληνικών τραπεζών θα διαλύσει την αξία τους, ενώ τα υπόλοιπα assets τους θα υποτιμηθούν. Ας μην ξεχνάμε ότι το μεγαλύτερο asset των ελληνικών τραπεζών είναι τα δάνεια που έχουν δώσει. Κατά τη διαδικασία της διάσωσης οι τράπεζες (ή όσες εξ αυτών επιλέχθηκαν να επιβιώσουν) θα πρέπει να ανακεφαλαιοποιηθούν. Το κεφάλαιο μίας τράπεζας δεν είναι τίποτε άλλο από το ενεργητικό που απομένει όταν αφαιρεθούν οι υποχρεώσεις της. Ως εκ τούτου υπάρχουν δύο τρόποι για να αντλήσεις κεφάλαια: είτε «κουρεύοντας» τις υποχρεώσεις, είτε αυξάνοντας το ενεργητικό σου.

Μπορούν οι (ελληνικές τράπεζες) να σωθούν, με «χρήση» του ευρώ;

Μπορεί να συμβεί αλλά θα χρειαστεί, το λιγότερο, η βοήθεια της ΕΚΤ. Πρόκειται για τον μοναδικό θεσμό που μπορεί να προσφέρει στήριξη σε ευρώ. Θα πρέπει να επαναφέρει σε λειτουργία τη «γραμμή ζωής» και να δανείσει σε ευρώ τα νέα τραπεζικά ιδρύματα που θα δημιουργηθούν, προκειμένου να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις νέες εκροές καταθέσεων. Οι τράπεζες θα πρέπει ή να αυξήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία σε ευρώ ή να μειώσουν το παθητικό τους αλλά πάλι αποτιμημένο σε ευρώ. Ο μόνος που μπορεί να αυξήσει το ενεργητικό των τραπεζών είναι η ελληνική κυβέρνηση. Όμως αυτή δεν έχει ευρώ, θα πρέπει να της δώσουν οι δανειστές. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να έρθει σε συμφωνία μαζί τους. Υπάρχει, βέβαια και το ενδεχόμενο οι τράπεζες να «κουρέψουν» τις καταθέσεις. Όλα αυτά θα είναι εξαιρετικά οδυνηρά. Η εναλλακτική λύση είναι το Grexit.

Τι θα συμβεί εάν η Ελλάδα υιοθετήσει νέο νόμισμα;

Εάν η ελληνική κυβέρνηση υιοθετήσει νέο νόμισμα –ας το ονομάσουμε δραχμή– μπορεί να το χρησιμοποιήσει για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Μπορεί να τυπώσει δραχμές και να τις χρησιμοποιήσει για να αγοράσει μετοχές των νέων τραπεζών. Οι τράπεζες θα έχουν ένα νέο asset: τις νέες δραχμές. Η ΤτΕ μπορεί να παράσχει ρευστότητα σε δραχμές, θα μπορεί να δανείσει όσες δραχμές θέλει στις τράπεζες.

Ποια είναι η παγίδα;

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα «γυρίσει» στη δραχμή. Ως εκ τούτου κάποιος που είχε για παράδειγμα 10.000 ευρώ στον λογαριασμό του, τώρα θα έχει 10.000 νέες δραχμές. Μπορεί να μην πρόκειται για «κούρεμα» με την απόλυτη έννοια του όρου ή σε επίπεδο αριθμών, αλλά σαφώς η ισοτιμία ευρώ και νέας δραχμής δεν θα είναι ένα προς ένα.

Πως θα επηρεάσει την υπόλοιπη Ευρωζώνη ένα Grexit;

Είναι πολύ δύσκολο να υπολογιστεί. Η Ελλάδα οφείλει πολλά χρήματα στους πιστωτές της: 131 δισ. ευρώ στον EFSF και επιπλέον 35 δισ. ευρώ στις κυβερνήσεις των υπολοίπων κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Σαφώς η Ελλάδα δεν θα πληρώσει αυτές τις υποχρεώσεις και θα προχωρήσει σε αναδιάρθρωσή τους. Επίσης οφείλει 34 δισ. ευρώ σε ιδιώτες επενδυτές, στα πλαίσια του PSI που έγινε το 2012. Πιθανώς να αναδιαρθρώσει και αυτό το ποσό. Όλη αυτή η διαδικασία θα προκαλέσει προβλήματα. Όλες αυτές οι υποχρεώσεις υπόκεινται σε ξένο και όχι στο ελληνικό δίκαιο και ως εκ τούτου θα αποτελέσουν προϊόν διεκδίκησης όχι στα ελληνικά αλλά στα εκτός ελληνικής επικράτειας δικαστήρια. Η Ελλάδα δεν μπορεί απλά να ψηφίσει έναν νόμο και να αλλάξει τους όρους του δανεισμού της, όπως μπόρεσε να κάνει το 2012.

Πώς θα επηρεάσει την ΕΚΤ;

Η ΕΚΤ είναι ουσιαστικά το "Ευρωσύστημα", καθώς η ίδια και οι 19 κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης είναι όλες μέλη του. Εάν καταρρεύσουν οι ελληνικές τράπεζες αυτό σημαίνει ότι το Ευρωσύστημα χάνει 39 δισ. ευρώ. Όμως αυτά τα χρήματα τα έχει δανείσει, λαμβάνοντας αξιόπιστα ενέχυρα, άρα είναι ασφαλές από αυτήν την άποψη. Αντίθετα τα 89 δισ. ευρώ του ELA έχουν δοθεί βάσει άλλων κανόνων, με τον φόρο χρεοκοπίας να βαραίνει την ΤτΕ. Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα γίνει με τις οφειλές της ΤτΕ προς την ΕΚΤ βάσει του Target-2.

Τι είναι το Target-2;

Με απλά λόγια, οι εμπορικές τράπεζες κάθε χώρας συνεργάζεται με τη δική της κεντρική τράπεζα. Όταν υπάρχει διακίνηση κεφαλαίων μεταξύ δύο τραπεζών διαφορετικών χωρών, οι κεντρικές τράπεζες αυτών των χωρών διαχειρίζονται τη συναλλαγή. Όλες αυτές οι συναλλαγές καταγράφονται σε ημερήσια βάση. Την ίδια ώρα οι ισολογισμοί των εθνικών, κεντρικών τραπεζών είναι διαφορετικοί. Υπάρχουν κάποιοι που είναι πλεονασματικοί και κάποιο ελλειμματικοί. Στην περίπτωση της ΤτΕ ο ισολογισμός είναι ελλειμματικός, με «τρύπα» 100 δισ. ευρώ έως τον Μάιο του 2015. Αυτό το έλλειμμα είναι έλλειμμα του μηχανισμού Target-2. Η ΤτΕ μπορεί να «αρνηθεί» την ύπαρξη αυτής της «τρύπας» και φυσικά το Ευρωσύστημα θα χάσει τα συγκεκριμένα κεφάλαια. Βέβαια, όπως τονίζει ο οικονομολόγος Karl Whelan, η ΤτΕ θέλει να παραμείνει μέλος του Target-2 ακόμη και εάν η Ελλάδα αποφασίσει να φύγει από την Ευρωζώνη, καθώς μέσω αυτού δανείζεται πολύ φθηνά, με επιτόκιο μόλις 0,05%.

http://www.imerisia.gr/

 

Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
3 ψήφοι

 Εκτύπωση
1703 αναγνώστες
Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015
16:08

H εικόνα τού ΓΔ εξακολουθεί να εκπέμπει το ίδιο μήνυμα: μεσο-μακροπρόθεσμοι μακριά από στοιχήματα.

Η όλη πορεία του παραμένει στο κανάλι Κ1Κ2 και η έλλειψη θετικών ειδήσεων απλώς τον πιέζει συντεταγμένα προς χαμηλότερες τιμές μέχρι την οριστική λύση. Η πιθανότητα άμεσης χρεοκοπίας έσπρωξε τις τιμές προ την ισχυρή στήριξη των 650 μον. αλλά η σφήνα S1S2 (πιθανώς και η πλαγιοκαθοδική γραμμή από τον Απρ 2013) παρέχει προς το παρόν μια μικρή ασφάλεια. 

---

Στο μέτωπο τής διαπραγμέτευσης και τα δυο μέρη κρατούν τις "κόκκινες γραμμές" τους -προς το παρόν τουλάχιστον. Μπορεί βεβαίως να φαίνεται ότι η επίτευξη τής συμφωνίας προηγείται κατά τι στα ποσοστά (ο Βαρουφάκης έχει ήδη συμφωνήσει ότι το 70% των "μεταρρυθμίσεων" είναι αποδεκτό) αλλά το είδος τής λύσης (αν τελικώς υπάρξει λύση) θα κριθεί την τελευταία βδομάδα του Ιουνίου. Ίσως και κάτω από την πίεση ενός capital control. Που όμως κανείς δεν ξέρει τι απάντηση θα φέρει από τον ΣυΡιζΑ και κατά πόσον δεν θα οδηγήσει σε ένα "ατύχημα" που όλοι απεύχονται. 

Και μπορεί ο Economist να προειδοποιεί: "watch out, the world is not ready for the next recession"...

... αλλά οι οικονομικές ελίτ είναι αδίστακτες και πάντα ικανές ακόμη και για τις πιο τυχοδιωκτικές κινήσεις. 

 

Σχετικά:

1. Αυτά είναι τα μέτρα τού Plan B - Κλειστές Τράπεζες και capital control

2. Τι διδάσκει η κυπριακή εμπειρία για τα capital controls

 

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
8 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
2173 αναγνώστες
Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015
09:31

946042_353482748129704_1864771938_n

Όλα δείχνουν πως η διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές οδεύει σε μια οριστική λύση ή μια πιο συγκεκριμένη μεταβατική φάση. Ανεξάρτητα από την κατάληξή της, το βασικότερο χαρακτηριστικό αυτής της διαπραγμάτευσης ήταν ότι διεξαγόταν, όλον αυτόν τον καιρό, σε συνθήκες ωμού εκβιασμού. Αν υπάρξει λοιπόν τελική συμφωνία, και λόγω της εξαιρετικά αποτελεσματικής εκβιαστικής τακτικής των δανειστών, η συμφωνία αυτή δεν θα απέχει πολύ από έναν «επώδυνο» συμβιβασμό. Για να το πούμε αλλιώς: Αν η πολιτική των δανειστών είναι η πολιτική της υπερλιτότητας (συνεχόμενα πρωτογενή πλεονάσματα του 4,5% για σειρά ετών), η πολιτική του «επώδυνου» συμβιβασμού θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η πολιτική της ήπιας υπερλιτότητας (συνεχόμενα πρωτογενή πλεονάσματα με μέσο όρο πάνω από 2%). Τα πράγματα, λοιπόν, μπαίνουν εκβιαστικά και από τους δανειστές και από την ίδια την σφοδρότητα των μέτρων που έρχονται. Η ρήξη δεν είναι επιλογή, αλλά μάλλον αναγκαιότητα, καθώς οι δανειστές έχουν επιλέξει και αυτοί την ρήξη. Η ικανοποίηση των δικών τους συμφερόντων απαιτεί την ρήξη. Τα συμφέροντα των δικών μας εκπροσωπήσεων τι απαιτούν;

Είναι όμως η ρήξη οικονομικά δικαιολογημένη; Μπορεί να στηριχθεί σε ένα εφικτό και ελπιδοφόρο σχέδιο η θα πρόκειται για ένα άλμα στο κενό και μια χρηματοοικονομική «κουβανοποίηση» της χώρας; Για να μπορέσουμε να σχηματοποιήσουμε μια απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να καταφύγουμε σε μια παραστατική απεικόνιση των χρηματοροών της οικονομίας για να συνάγουμε, κατόπιν, τα πολιτικά μας συμπεράσματα.

Οι πηγές και οι «καταβόθρες» του χρήματος

Οι πηγές του χρήματος σε μια οικονομία είναι, σε αδρές γραμμές, τρεις:

α) Τα δημοσιονομικά ελλείμματα (περισσότερες δημόσιες δαπάνες από φορολογικά έσοδα),

β) η πιστωτική επέκταση (περισσότερα νέα δάνεια από αποπληρωμές - επιστροφές δανείων) και

γ) το θετικό ισοζύγιο των εξαγωγών με τις εισαγωγές.

Όταν συμβαίνουν τα προηγούμενα, τότε η ποσότητα χρήματος στην οικονομία αυξάνεται. Αντίθετα, όταν έχουμε δημοσιονομικά πλεονάσματα (λιγότερες δαπάνες από φορολογικά έσοδα), πιστωτική συρρίκνωση (λιγότερα νέα δάνεια από αποπληρωμές δανείων) και αρνητικό ισοζύγιο εξαγωγών/ εισαγωγών, τότε έχουμε εκροή χρήματος από την οικονομία.

Τι συμβαίνει με την πολιτική των μνημονίων στο παραπάνω χρηματοδοτικό κύκλωμα; Η πολιτική των μνημονίων είναι η πολιτική ελέγχου της οικονομίας από τις δυνάμεις του ευρωπαϊκού και εγχώριου νεοφιλελευθερισμού. Με τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, οι δυνάμεις αυτές αποσπούν χρήματα από την οικονομία που κατευθύνονται προς τους δανειστές (εκροή χρήματος). Με την πιστωτική συρρίκνωση και τη διατήρηση σε αμείωτα επίπεδα του ιδιωτικού χρέους (κόκκινα δάνεια κ.λπ) εκρέει χρήμα από την οικονομία και «μπαζώνει» τις «τρύπες» στους τραπεζικούς ισολογισμούς. Η μόνη χρηματική εισροή που απομένει είναι η αύξηση των εξαγωγών σε σχέση με τις εισαγωγές. Γι' αυτό το ΔΝΤ επιμένει στους χαμηλούς μισθούς και τις σκληρές εργασιακές σχέσεις. Η ύφεση μειώνει δραστικά τις εισαγωγές και οι εξαγωγές αυξάνονται.

Έτσι, η μνημονιακή πολιτική στοχεύει στην εκροή χρήματος από την οικονομία για να πληρώνονται οι δανειστές και να στηρίζεται το υπερσυγκεντρωμένο τραπεζικό σύστημα. Η μόνη δυνητική εισροή χρήματος που απομένει, δηλαδή οι εξαγωγές, για να διατηρηθούν υψηλές, πρέπει η λιτότητα στην ελληνική οικονομία να είναι πιο μεγάλη από την λιτότητα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Μόνο έτσι θα εισρεύσει χρήμα στην οικονομία. Επιπρόσθετα, το μεγαλύτερο ποσοστό από το χρήμα που θα εισρεύσει στην οικονομία από τις εξαγωγές θα πάει στα χέρια των ιδιωτικών επιχειρήσεων: όσο δε αυτές δεν φορολογούνται επαρκώς, και οι εργασιακές σχέσεις στο εσωτερικό τους είναι διαλυμένες, αυτοί που θα κερδίσουν είναι οι ιδιοκτήτες τους και όχι οι εργαζόμενοι ή το δημόσιο.

Βλέπουμε λοιπόν πως μια οικονομία που είναι αποκλεισμένη από την αγορά κεφαλαίων ελέγχεται πλήρως από την μνημονιακή πολιτική. Όλο το χρηματοδοτικό κύκλωμα συγκεντρώνει το χρήμα στα χέρια των καπιταλιστών, είτε αυτοί είναι ξένοι είτε εγχώριοι, είτε είναι καπιταλιστές του χρήματος είτε καπιταλιστές της παραγωγής. Από εκεί και ύστερα, η αυθόρμητη συγκέντρωση των οικονομικών κλάδων σε λίγες επιχειρήσεις, που αποτελεί μια διαδικασία ισχυροποίησης των καπιταλιστικών σχέσεων στο επίπεδο της άμεσης διαδικασίας παραγωγής, θα λύσει τα υπόλοιπα ενδοκαπιταλιστικά θέματα της διανομής ισχύος μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων, πέρα και κάτω από το θεσμικό πλαίσιο του μνημονίου.

Η πολιτική της ρήξης είναι και αυτή μια πολιτική ελέγχου της οικονομίας

Μια πολιτική ρήξης με τους δανειστές, που θα είναι επιλογή της κυβέρνησης και των εκπροσωπούμενων από αυτήν λαϊκών συμφερόντων, και όχι αποτέλεσμα της αδιαλλαξίας των δανειστών, πρέπει όχι απλά να αθετήσει κάποιες πληρωμές προς το ΔΝΤ ή την ΕΚΤ, αλλά και να αναδιατάξει το χρηματοδοτικό κύκλωμα που περιγράφηκε παραπάνω. Εκείνο που χρειάζεται δηλαδή είναι μια ενοποιημένη στρατηγική απόσπασης του ελέγχου της οικονομίας από τις μνημονιακές πολιτικές. Όσο πιο πετυχημένη και καλά οργανωμένη είναι μια τέτοια πολιτική, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η αντιμετώπιση του προβλήματος της ρευστότητας – και τόσο πιο μακροπρόθεσμη η υπέρβαση των πολιτικών λιτότητας. Μια απλή αθέτηση πληρωμών, χωρίς συνολικές πολιτικές σε όλα τα σημεία εισροών και εκροών των χρηματοδοτικών κυκλωμάτων θα καταλήξει, αργά ή γρήγορα, σε ένα νέο μνημόνιο με τους δανειστές.

Ας δούμε τι μπορεί να γίνει με τις πηγές χρήματος κάτω από μια πολιτική επαναδιευθέτηση των χρηματοροών, στην προοπτική σύγκρουσης με την ευρωπαϊκή πολιτική λιτότητας. Η έναρξη αυτής της πολιτικής γινεται με αθέτηση πληρωμών και αμέσως μετά ο κρατικός προϋπολογισμός ισοσκελίζεται (κανένα πλεόνασμα) και μια «διαρροή» χρήματος κλείνει. Ο ισοσκελισμός του κρατικού προϋπολογισμού μπορεί να γίνει στη βάση ενός δίκαιου φορολογικού συστήματος, όπου οι φόροι που συλλέγονται χρηματοδοτούν το κοινωνικό κράτος και όχι δαπάνες τοκοχρεολυσίων.

Ταυτόχρονα το τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να αποκοπεί από την πολιτική κηδεμονία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αυτό το μέτρο δεν είναι απλώς έλεγχος κεφαλαίων, πράγμα που θα μπορούσε να το επιβάλει από μόνη της και η ΕΚΤ. Στην ουσία προστατεύει τις υπάρχουσες καταθέσεις τόσο από την «φυγή» κεφαλαίων όσο και από την απαγόρευση χρήσης τους που θα επιβληθεί από την ΕΚΤ και τους νέους εποπτικούς μηχανισμούς του ενοποιημένου ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος. Στη συνέχεια, και έχοντας επιβάλει σφιχτό πολιτικό έλεγχο στις τράπεζες, θα πρέπει να επιχειρηθεί μια νέα επεκτατική πιστωτική πολιτική, ώστε με την αύξηση του πιστωτικού χρήματος να χρηματοδοτηθούν νέες συγκεκριμένες επενδυτικές ανάγκες ή ακόμα και τρέχουσες δαπάνες του δημοσίου που δεν μπορούν να καλυφθούν από την συλλογή των φόρων. Με αυτό τον τρόπο, μια ακόμα πηγή χρήματος αποκαθίσταται και η νέα πιστωτική πολιτική έρχεται να αντιστρέψει την «καταστροφή» χρήματος που δημιουργεί η απομόχλευση και το ιδιωτικό χρέος στις τράπεζες.

Ας προχωρήσουμε όμως παρακάτω στην τρίτη πηγή χρήματος. Στο μεσομακροπρόθεσμο διάστημα η στρατηγική υποκατάστασης εισαγωγών, η έμφαση στη νέα επιχειρηματικότητα της κοινωνικής και συνεταιριστικής οικονομίας, ο ποιοτικός τουρισμός και η ανάπτυξη μιας νέας μεταποίησης μπορεί να αυξήσει τις εξαγωγές και κατά συνέπεια τις χρηματικές εισροές σε σχέση με τις εκροές. Άλλωστε, λόγω της πολυετούς ύφεσης, το εμπορικό έλλειμμα μπορεί πολύ εύκολα να μηδενιστεί και να αντιστραφεί σε πλεόνασμα. Η τρίτη πηγή χρήματος έχει αποκατασταθεί σε μεσομακροπρόθεσμη προοπτική, χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή σε νέο νόμισμα και πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης.

Με την παραπάνω στρατηγική έχουμε ελαχιστοποιήσει τις χρηματικές εκροές και έχουμε μεγιστοποιήσει τις χρηματικές εισροές αλλά και μια υγιή δημιουργία πιστωτικού χρήματος.

Κάποια τελικά συμπεράσματα

Η αναδιάταξη των χρηματορροών, ως ενοποιημένη στρατηγική διάσπαρτων προγραμματικών προτάσεων στην προοπτική στήριξης της οικονομίας των αναγκών και της αντιμετώπισης της λιτότητας, δεν είναι μια απλή υπόθεση ούτε έχει κερδίσει ποτέ τη στήριξη, ή έστω, την προσοχή των αριστερών κομματικών δυνάμεων. Ως ριζοσπαστική δυνατότητα όμως έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

·         Δεν επικεντρώνεται στο νόμισμα αλλά στο χρήμα. Δεν επιχειρεί να αποκτήσει την νομισματική κυριαρχία αλλά να ελέγξει κάποιες πτυχές της παραγωγής του χρήματος προς όφελος αυτών που το χρησιμοποιούν ως μέσο για να καλύψουν ανάγκες και όχι υπέρ αυτών που το χρησιμοποιούν ως μέσο εναπόθεσης αξίας. Το νόμισμα μπορεί να συζητηθεί, αλλά στη βάση μιας σταθεροποιημένης και ισχυρότερης οικονομίας –όχι στη λογική των ανεξέλεγκτων υποτιμήσεων.

·         Δεν μιλά για Grexit ούτε για δραχμή. Η χώρα παραμένει στο ευρώ, μετά την αθέτηση πληρωμών, πλην του τραπεζικού συστήματος, που αναγκαστικά θα τεθεί εκτός του ευρωσυστήματος.

·         Απαιτεί συνδυασμό μέτρων αναδιανομής και παραγωγικής ανσυγκρότησης και άμεση εφαρμογή τους. Η επιτυχία αυτού του ριζοσπαστικού μείγματος πολιτικής θα αυξήσει τους χρονικούς πόρους που απαιτούνται για την αποφυγή των εκβιασμών, την αναμονή των όποιων θετικών εξελίξεων στους ευρωπαϊκούς πολιτικούς συσχετισμούς και τις πιθανές γεωπολιτικές διεξόδους. Όσο εφαρμόζεται αποτελεσματικά μια τέτοια πολιτική, τόσο συνεχίζεται η χρήση του ευρώ. Αν εγκαταλειφθεί κάποια πτυχή της συνδυαστικής αυτής πολιτικής το ευρώ θα διαρρεύσει.

Μια συμφωνία με τους δανειστές, έστω και σχετικά μέτρια, με ήπια έως πολύ ήπια μέτρα λιτότητας είναι ανταγωνιστική της παραπάνω στρατηγικής η όποια απαιτεί ανυποχώρητη στάση.

Υπάρχουν, αυτή την στιγμή, οι πολιτικές, κινηματικές και οι κομματικές προϋποθέσεις μια τέτοιας πολιτικής σαν την παραπάνω; Δεν νομίζω ότι υπάρχουν. Παραταύτα θέλω να πιστεύω ότι η ιστορία της πολιτικής Αριστεράς δεν τελειώνει με την αμφισβητούμενη στρατηγική ενός συμβιβαστικού ορθολογισμού. Ένας νέος κύκλος αγώνων και προγραμματικών αναζητήσεων πρέπει να ανοίξει άμεσα, ανεξάρτητα και πέρα από τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης. Ας μην “κλειδώσουμε” το μέλλον μας.

Η σκοπιμότητα μιας άλλης πολιτικής δεν θα πρέπει να είναι η παραμονή στο ευρώ, αλλά η συνέχιση της χρήσης του ευρώ με προοπτική να διαλυθεί ο μηχανισμός της λιτότητας και να αλλάξει η σχέση μας με την ευρωζώνη. Μόνο έτσι θα αλλάξει και η ευρωζώνη, αν δεχθεί διαφοροποιημένες σχέσεις στο εσωτερικό της. Και αυτό δεν γίνεται χωρίς μεροληπτικές και ταξικές πολιτικές ελέγχου του χρήματος. Το χρήμα είναι η οικονομία –και εμείς πρέπει να βρούμε εκείνες τις πολιτικές και εκείνον το διοικητικό μηχανισμό που να επιβάλλει αυτόν τον έλεγχο με τη μέγιστη λαϊκή συναίνεση και συμμετοχή.

 

Είναι εφικτό από οικονομική σκοπιά ένα σενάριο ρήξης με τους δανειστές; του Π. Σταύρου

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
1 ψήφος
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
1792 αναγνώστες
Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015
00:37

Ενώ το “πάρτυ” των ευρωπαϊκών αγορών (και όχι μόνο) συνεχίζεται με αφορμή (και) το QE του Ντράγκη η κατάσταση στην Ελλάδα εξακολουθεί να ισορροπεί πάνω σε τεντωμένο σκοινί.

Στο κλίμα αυτό το ΧΑΑ χορεύει στον ρυθμό των ειδήσεων των ξένων και εγχώριων ΜΜΕ. Εκτίμησή μου είναι πως αν δεν ξεκαθαρίσει η κατάσταση δεν πρόκειται να τοποθετηθούν τα “χοντρά πορτοφόλια”. Και αν δεν τοποθετηθούν αυτά δεν πρόκειται να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή της μεσο/μακροπρόθεσμης τάσης.

Η μέχρι τώρα διαμορφωθείσα κατάσταση –με την δική μου οπτική- φαίνεται στο παρακάτω εβδομαδιαίο διάγραμμα (πάνω αριστερά το ημερήσιο διάγραμμα από την αρχή του έτους). Κύρια σημεία:

1. Κίνηση του ΓΔ σε μακροπρόθεσμο πτωτικό κανάλι

2. Οριζόντια μακροπρόθεσμη στήριξη στις ~700 μον.

3. Πιθανή στήριξη από την Κ1

4. Η ισχυρή πτωτική τάση παραμένει σε ισχύ (ADX>>25)

5. Προσπάθεια διατήρησης του χαμηλού των 710 μον. παρά την πρόσκαιρη διάσπασή τους

6. Η προσπάθεια διάσπασης του πρόσφατου χαμηλού έγινε μέσω πτωτικού καναλιού 20ήμερης διάρκειας (κόκκινες γραμμές). Η προσπάθεια αντίδρασης των τριών τελευταίων συνεδριάσεων βρίσκεται ακόμη εντός των ορίων της ανοδικής διόρθωσης –πολύ περισσότερο που παραμένει ανοιχτό ένα ανοδικό χάσμα (24/4).   

22-30/4/2015 Ράλι προσδοκιών: στόχοι, αντιστάσεις, στηρίξεις (μια άποψη)

Σχετικά

1. Η "φούσκα των άλλων" και οι χαμηλές αποτιμήσεις στο ΧΑΑ

2. Πόσους χωράει το QE train

3. FTSE25 - Οδηγίες προς ναυτιλομένους

4. ΔΤΡ ο χάρτης της (όχι και τόσο) δημιουργικής ασάφειας

5. ΓΔ The mid-term scenario (Anastasios G)

Τα «κλεμμένα»

«Κατά την διάρκεια των κρίσεων, όταν έχει περάσει η στιγμή του πανικού και η βιομηχανία βρίσκεται σε στασιμότητα, το χρήμα είναι ακινητοποιημένο στα χέρια των τραπεζιτών, των αργυραμοιβών, και, όπως το ελάφι βελάζει τη δίψα του για δροσερό νερό, το χρήμα βελάζει την επιθυμία του για κάποιον τομέα όπου θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως κεφάλαιο»

Κ. Μαρξ, Χειρόγραφα 1857-1858

 

 

 

Σχετικές μετοχές:
ΓΔ
Αξιολογήστε το άρθρο 
5 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
936 αναγνώστες
Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015
10:43

Η ιστορία του καπιταλισμού είναι γεμάτη νομισματικές ενοποιήσεις. Στην αρχή ήταν οι αποικίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες υποχρεώνονταν να υιοθετούν το νόμισμα του αποικιοκράτη.

Αργότερα και οι ίδιες οι πρωτο-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, επιχείρησαν να ενοποιηθούν νομισματικά χρησιμοποιώντας τον κανόνα του χρυσού, σταθεροποιώντας τις μεταξύ τους ισοτιμίες επί τη βάσει ποσοτήτων χρυσού, και χωρίζοντας τον κόσμο σε ζώνες νομισματικής επιρροής. Η Λατινική Νομισματική Ένωση, της οποίας μέλος ήταν και η Ελλάδα, κράτησε από το 1865 μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο περίπου.[1] Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η παγκόσμια νομισματική ενοποίηση του «ελεύθερου κόσμου» πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του δολαρίου. Κατά τη διάρκεια ισχύος των συμφωνιών Μπρέττον-Γουντς, τα νομίσματα των δυτικών χωρών έμειναν υπό σταθερές ισοτιμίες ως προς το δολάριο (και το τελευταίο ως προς τον χρυσό). Οι συμφωνίες αυτές κατέρρευσαν με τη σειρά τους το 1972, όχι με παγκόσμιο πόλεμο –αλλά οπωσδήποτε ο πόλεμος στο Βιετνάμ έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην αποδυνάμωση του δολαρίου και στην αύξηση των διαλυτικών τάσεων.

Γιατί αυτή η ιστορική τάση για νομισματικές ενοποιήσεις; Μια ιστορική αντίφαση του καπιταλισμού είναι το γεγονός ότι ενώ είναι από τη φύση του παγκόσμιος, εντούτοις η θεμελιώδης μονάδα του είναι ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός, το έθνος-κράτος. Ο καπιταλισμός γεννήθηκε και διαμόρφωσε ενιαίες αγορές στο εσωτερικό των οποίων υφίσταται "ελεύθερος" ανταγωνισμός, μόνο στο επίπεδο του έθνους-κράτους. Οι σχέσεις των κρατών ορίζονται από τη σχετική θέση των τελευταίων στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και είναι σχέσεις αλληλεξάρτησης, υπαλληλίας και σχετικής αυτονομίας. Η σχετική αυτονομία τους στο οικονομικό σημαίνει την ύπαρξη συνόρων τα οποία εμποδίζουν τον απολύτως ελεύθερο ανταγωνισμό και την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και εργασίας από χώρα σε χώρα.

Οι νομισματικές ενώσεις, κορυφαία των οποίων είναι αναμφισβήτητα το ευρώ (που είναι και παραπάνω από νομισματική ένωση: είναι κοινό νόμισμα αλλά και, προοπτικά, ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση), αποτελούν την απάντηση του κεφαλαίου σε αυτό το ιστορικό "ατύχημα", τη δημιουργία των εθνών-κρατών. Είναι μια απόπειρα του κεφαλαίου να σπάσει τις αλυσίδες που το κρατούν δέσμιο στη φυλακή των συνόρων. Δασμοί, φόροι, διαφορετικά και ανομοιογενή νομικά καθεστώτα, "γραφειοκρατία" είναι τα συνήθη επιχειρήματά του. Τα εμπόδια που συναντά στην επέκτασή του σε νέες περιοχές, η υπαγωγή σε αυτό νέων, λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών, η ελεύθερη μετακίνησή του και η ελευθερία του να λεηλατήσει παρθένες ή λιγότερο αναπτυγμένες χώρες είναι ο πραγματικός λόγος. Το κοινό νόμισμα διευκολύνει την καπιταλιστική ανάπτυξη (στην πρώτη περίοδο εφαρμογής του τουλάχιστον), μέσω εξαγωγής τόσο εμπορευμάτων όσο και κεφαλαίου. Στην καθοδική πορεία του κύκλου, που συνοδεύεται από αποπληθωρισμό και αποεπένδυση, η φούσκα σκάει και η κρίση που πάντα προκύπτει καταλήγει τόσο σε οικονομική καταστροφή όσο και πολιτική: η αύξηση των εθνικισμών είναι συχνό επακόλουθο της ανάγκης για απαξίωση κεφαλαίου υπό τη μορφή διαγραφής διακρατικών χρεών τα οποία πάντα φορτώνονται στα λαϊκά στρώματα των συμβεβλημένων χωρών.

Ειδικότερα το ευρώ κατασκευάστηκε ως νομισματικό όχημα των πολιτικών φιλοδοξιών του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου. Η Ε.Ε. είναι ένα πολιτικό σχέδιο με στόχο την αναδιαπραγμάτευση της θέσης του παρακμάζοντος ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Καμία μεμονωμένη χώρα της Ευρώπης δεν μπορεί μόνη της να αντιμετωπίσει ούτε τις ΗΠΑ ούτε την Κίνα. Η ενοποίηση έδωσε σαφώς ένα ανοδικό, αρχικά, σπρώξιμο στις ευρωφιλοδοξίες. Το ευρώ αποδείχτηκε ένα ιδιαίτερα σκληρό νόμισμα, με μεγάλο μερίδιο των διεθνών κεφαλαιακών ροών να διεξάγονται σε αυτό. Το πλάνο το υποδαύλισαν οι ΗΠΑ, οι οποίες, όσο σίγουρες κι αν είναι για το δικό τους δολάριο, θέλουν το ευρώ ως ασπίδα έναντι των επιθέσεων από τους υπόλοιπους παίχτες.

Αλλά ο οικονομικός λόγος πίσω από τη δημιουργία του ήταν η κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που είχε προηγηθεί της εισαγωγής του νέου νομίσματος. Τα κεφάλαια που λίμναζαν στις χώρες της Ε.Ε. έπρεπε να βρουν τρόπο να απελευθερωθούν, να εξαπλωθούν. Οι Tράπεζες που τα κατείχαν έπρεπε να διεθνοποιηθούν τάχιστα. Το κοινό νόμισμα αυτές ωφέλησε πριν και περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον.

 

Η δυστοπία του κοινού νομίσματος

Ο λόγος που οι νομισματικές ενώσεις δεν αντέχουν στον χρόνο είναι παραδόξως ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την καθιέρωσή τους, η αδυναμία δηλαδή αποδιάρθρωσης των εθνικών συνόρων χωρίς πόλεμο. Μέσα στην περιοχή του κοινού νομίσματος, οι βαθιές αντιθέσεις που προέρχονται από τις διαφορές στην παραγωγικότητα (η ανισόμετρη ανάπτυξη του κεφαλαίου) πρέπει να μπορούν να εξομαλυνθούν σε έναν βαθμό, για λόγους πολιτικής σταθερότητας. Για παράδειγμα, η Ήπειρος ή η Θράκη είναι φτωχότερες από την Αθήνα. Το εμπορικό τους ισοζύγιο με την Αθήνα είναι αρνητικό, και επομένως το χρέος τους μεγαλώνει. Πώς εξομαλύνεται αυτό;

Για αρχή, το κράτος μπορεί να δώσει φοροελαφρύνσεις σε κατοίκους και επιχειρήσεις της περιοχής, δηλαδή οι φόροι των Αθηναίων επιδοτούν τους Ηπειρώτες. Επίσης οι υποδομές (γέφυρες, ίντερνετ, νοσοκομεία κ.λπ.) που χρειάζονται για την "ανάπτυξη" χρηματοδοτούνται από τον κεντρικό προϋπολογισμό και όχι, ας πούμε, από τον προϋπολογισμό της τοπικής νομαρχίας. Σε μερικές εξαιρετικά ευνοϊκές περιπτώσεις στο παρελθόν, σε ορισμένες χώρες το κράτος είχε δώσει τέτοια ώθηση, όταν βέβαια οι συνθήκες το επέτρεπαν, που η φτωχή περιοχή "κατάφερε" να αντιστρέψει την ιστορική τάση της ανισόμετρης ανάπτυξης κεφαλαίου: το Τέξας τη δεκαετία του ’50 ήταν μία από τις φτωχότερες πολιτείες των ΗΠΑ. Ή η Βαυαρία ήταν μια φτωχή, αγροτική και οπισθοδρομική περιοχή της Γερμανίας, που τα "κατάφερε" κυρίως λόγω της κεντρικής στήριξης των ναζιστών. Σήμερα και οι δύο είναι από τις πλουσιότερες περιοχές των κρατών τους και επιδοτούν με τη σειρά τους άλλες φτωχότερες.

Δεύτερο, είναι απόλυτα «φυσιολογικό» για τους Ηπειρώτες να μεταναστεύσουν στην Αθήνα, ή όπου αλλού θέλουν μέσα στην Ελλάδα. Θα έχουν ακριβώς το ίδιο δικαίωμα στη φτώχεια στην πρωτεύουσα όπως και στο χωριό τους. "Λαϊκός" σύνδεσμος που να λέει «έξω οι Ηπειρώτες» δεν πρόκειται να δημιουργηθεί, θα συνεχίζουν να ψηφίζουν τα ίδια κόμματα, να δίνουν φόρους στην εφορία. Το ίδιο δεν ισχύει σε μια περίπτωση υπερεθνικής ένωσης: η ελευθερία κίνησης της εργασίας είναι μεν νομοθετικά κατοχυρωμένη στην Ε.Ε., αλλά ούτε συμβαίνει στον "επιθυμητό" βαθμό αφενός, ούτε είναι πραγματική αφετέρου: το Δουβλίνο ΙΙ, που απαγορεύει την ελεύθερη μετακίνηση της μαύρης εργασίας το αποδεικνύει, όπως επίσης και η μερική, μόνο, ενσωμάτωση των μεταναστών δεύτερης γενιάς στην Ευρώπη.

Τέλος, αν μια φυσική καταστροφή (π.χ. μεγάλη κακοκαιρία) χτυπήσει μια περιοχή, τα κονδύλια για την ανοικοδόμηση θα δοθούν από την κεντρική κυβέρνηση. Παραδείγματος χάρη, η αμερικανική κυβέρνηση παρέχει τα κονδύλια για την ανοικοδόμηση της Λουιζιάνας μετά τον τυφώνα (ανοικοδόμηση, φυσικά, όχι συμβατή με τα λαϊκά συμφέροντα). Οι πιο πλούσιες περιοχές της χώρας δεν θα διαμαρτυρηθούν, ούτε πρόκειται να πουν ότι η γενναιοδωρία τους έχει όρια και δεν γίνεται εφ’ όρου ζωής να χρηματοδοτούν τους τεμπέληδες τζαμπατζήδες νότιους.

Για να γίνουν όλα τα παραπάνω, υπάρχουν δύο αναγκαίες πολιτικές συνθήκες, παράγωγες η πρώτη της δεύτερης: ενιαία εθνική συνείδηση στην περιοχή του κοινού νομίσματος και κοινό κράτος που ελέγχει το κοινό νόμισμα. Με το δεύτερο εννοούμε επίσης ότι το κράτος έχει, στην ιδιότητά του ως πραγματικό κόμμα του κεφαλαίου, την ικανότητα να παρεμβαίνει και να ελέγχει τις διάφορες μερίδες του κεφαλαίου στις μεταξύ τους συγκρούσεις, όταν αυτές γίνονται καταστροφικές. Μπορεί είτε να συμβιβάζει αντιθέσεις ή, αν χρειαστεί, να φυλακίζει όποιους εκπροσώπους του κεφαλαίου τείνουν να προσωποποιούν τη λάθος πλευρά της σύγκρουσης, διακυβεύβοντας την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Το κράτος μετριάζει έτσι την υπερβολικά κοντόφθαλμη τάση του κεφαλαίου να βλέπει μόνο το άμεσο κέρδος και όχι το συλλογικό συμφέρον του –δηλαδή το «συμφέρον της χώρας».

Οι παραπάνω δύο προϋποθέσεις δεν υπάρχουν στην περίπτωση του ευρώ. Έτσι, αν και αυτό έχει σοβαρά πλεονεκτήματα για το διεθνοποιημένο κεφάλαιο (ελευθερία κίνησης κεφαλαίου, είναι σκληρό διεθνές νόμισμα άρα βοηθάει τις μεγάλες τράπεζες και πολλά, πολλά επιπλέον), από την άλλη βαθαίνει και σκληραίνει τις αντιθέσεις μέσα στην Ε.Ε., χωρίς όμως να υπάρχουν τα αντισταθμιστικά, πολιτικού τύπου μέτρα που μπορεί να πάρει το εθνικό κράτος για να απαλύνει τις συνέπειες, διαφυλάσσοντας την "εθνική" –ή, στην περίπτωσή μας την ευρωπαϊκή– συνοχή. Δεν υπάρχει μια ενιαία αρχή που θα ανακυκλώσει τα πλεονάσματα (με επιδοτήσεις, φοροελαφρύνσεις, μεταβιβαστικές πληρωμές ή άλλα δημοσιονομικά μέτρα) ή να βοηθήσει στην όποια σύγκλιση προς τον μέσο όρο.[2] Ούτε υπάρχει μηχανισμός να κάνει το ίδιο που κάνει η εκάστοτε εθνική κυβέρνηση για το εσωτερικό χρέος της μίας περιοχής προς την άλλη: να το χρηματοδοτεί από τον προϋπολογισμό της. Ο προϋπολογισμός μιας κυβέρνησης είναι συνήθως περίπου το 30-60% του ΑΕΠ μιας καπιταλιστικά αναπτυγμένης χώρας (λιγότερο για τις χώρες του τρίτου κόσμου). Για σύγκριση, ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωκοινοβουλίου είναι της τάξης του 1-2% του ΑΕΠ της Ε.Ε.

 

Ποιος κερδίζει;

Είναι προφανές ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι νομισματικές ενώσεις σε περιοχές με άνιση ανάπτυξη θα οδηγήσουν τελικά σε αύξηση των ανισοτήτων. Τόσο μεταξύ των "πλούσιων" και των "φτωχών" χωρών, όσο και στο εσωτερικό κάθε χώρας μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Επομένως, μπορεί να περιμένει κανείς αύξηση της πολιτικής αναταραχής που αυτόματα θα μετατρέπεται σε ένταση μεταξύ εθνικών κρατών, ακυρώνοντας τον πολιτικό στόχο της ένωσης. Είναι δυνατόν να πει κανείς ότι αυτό θα μπορούσε να μετριαστεί, σε μια συγκυρία σαν την τωρινή, από κάποιου τύπου χαλάρωση, μια επιστροφή σε λελογισμένες ευρωπαϊκές κεϊνσιανές πολιτικές. Ο λόγος για τον οποίο αυτό είναι αδύνατο (για την ώρα) είναι η ίδια η αιτία που το κοινό νόμισμα άνθισε τόσο γρήγορα μετά την εισαγωγή του: το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο που πνίγει την παραγωγή και την κερδοφορία. Μόνος δρόμος για να υποστηριχτεί η κερδοφορία σε αυτές τις συνθήκες (εφόσον απαξίωση κεφαλαίου λ.χ. με διαγραφή χρέους δεν είναι πολιτικά δυνατή), είναι η συμπίεση των μισθών, η ανεργία, η λιτότητα, ακόμα και αν αυτό σημαίνει αποπληθωρισμό, μείωση του παραγόμενου προϊόντος, κρίση.

Άρα φτάνουμε σε ένα πολιτικό αδιέξοδο: Οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για την σχετική βελτίωση της κατάστασης των λαϊκών στρωμάτων μέσα στην Ευρωζώνη είναι πολύ δύσκολο να περιλαμβάνει μια πραγματική κεϋνσιανή λύση. Η ανακύκλωση των πλεονασμάτων των πλούσιων χωρών, η μερική διαγραφή των χρεών των φτωχών χωρών, η αύξηση των ελλειμμάτων στους προϋπολογισμούς θα σήμαιναν, αν γίνονταν, τη σοβαρή απώλεια κερδών για το κεφάλαιο και την αναγκαστική αναδιάρθρωση μετά από κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος (λόγω της ακύρωσης του χρέους) σε όλη την Ευρωζώνη, αντίθετα π.χ. με την μεταπολεμική περίοδο που τέτοιες πολιτικές ήταν ο κανόνας. Με δεδομένη προς το παρόν την έλλειψη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου που να επιτρέπει την ταχύτατη αύξηση της κερδοφορίας αφενός και ενός κεντρικού κράτους αφετέρου, τα παραπάνω γίνονται περίπου αδύνατα.

 

Έχει μέλλον το ευρώ;

Τα μέτρα αυτά επομένως (όπως η πλήρης αμοιβαιοποίηση του χρέους, η διαγραφή του κ.ά.) είναι πολύ δύσκολο να συμβούν, αφού απαιτούν διαρκείς και μόνιμες ροές από τις πλεονασματικές χώρες προς τις ελλειμματικές, σε μόνιμη βάση. Αν τέτοια μέτρα εφαρμόζονταν (κάτι που αποτελεί τον ομολογημένο πόθο των αριστερών κεϋνσιανών, της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και του Βαρουφάκη), ίσως να έδιναν μια ανάσα στο κοινό νόμισμα. Αλλά ποιος θα ήταν ο ωφελημένος; Την πανάκριβη και σκανδαλώδη ενοποίηση Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας τα γερμανικά κεφάλαια τη χρηματοδότησαν μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα ήταν οι μόνοι που θα κέρδιζαν από την εκμετάλλευση των Ανατολικογερμανών. Αν τα γερμανικά κεφάλαια χρηματοδοτούσαν μιαν αντίστοιχη διαδικασία για τον Νότο (που είναι αμφίβολο ότι μπορούν), τότε αφενός η κερδοφορία τους στη Γερμανία θα καταποντιζόταν, αφετέρου τα όποια κέρδη στον Νότο θα έπρεπε να τα μοιραστούν με τα κεφάλαια του Νότου. Γιατί να το κάνουν αυτό;

Ακόμα όμως κι αν κάτι τέτοιο γινόταν, αν διαγραφόταν το χρέος και υπήρχε και μια ορισμένη (αλλά σαφώς ανεπαρκής) ροή επενδύσεων από τον Βορρά προς τον Νότο, ακόμα κι αν το χρέος διαγραφόταν, σε λίγα χρόνια θα βρισκόμασταν πάλι στην ίδια θέση. Είναι πολύ δύσκολο να σκεφτεί κανείς πώς σε συνθήκες κοινού νομίσματος τα ελληνικά κεφάλαια θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα βορειοευρωπαϊκά και να μειώσουν έτσι το χρέος. Υπ’ αυτή την έννοια ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να «σώσει το κοινό νόμισμα»: θέλει να του δώσει μια σύντομη ανάσα, μέχρι την επόμενη κρίση που θα ακολουθήσει σύντομα (λόγω των εσωτερικών αδυναμιών της Ευρωζώνης) και θα φέρει ξανά στην επιφάνεια όλες τις αντιθέσεις με ακόμα πιο άγριο τρόπο.

Μένοντας στο ευρώ, τα ενδεχόμενα που αντιμετωπίζουμε για το μέλλον είναι ζοφερά. Το καλύτερο που έχουμε να περιμένουμε είναι μια διαρκής πτωτική πορεία, μια κατάσταση μακροχρόνιας παρακμής. Για τους λαούς της Ευρώπης, το ευρώ είναι μια φρίκη δίχως τέλος (με ενδιάμεσα όλο και πιο απίθανα επεισόδια καταναλωτικής ευφορίας). Το επείγον καθήκον των αριστερών δυνάμεων και καθενός από τους λαούς της ένωσης είναι να σχεδιάσουν στα σοβαρά το τέλος της φρίκης.

 

[1] Η χώρα μας, ως το πιο αδύνατο μέλος, αποβλήθηκε από αυτή το 1908 λόγω της αδυναμίας της να πληρώσει τα συσσωρευμένα χρέη της προς τη μεγαλύτερη δύναμη της ένωσης, την Γαλλία· έγινε εκ νέου δεκτή στην Ένωση δύο χρόνια μετά. Η πολιτική της Γαλλίας, της κυριότερης «ενόχου» για την παρακμή της ένωσης ήταν να δείχνει ως ενόχους τους τεμπέληδες και σπάταλους Έλληνες...

[2] Ένας μικρός και ιδιαίτερα ανεπαρκής τέτοιος μηχανισμός ήταν, κατά τα πρώτα χρόνια της Ένωσης, τα ευρωπαϊκά ολοκληρωμένα προγράμματα, τα οποία όμως είχαν χρονικό ορίζοντα εφαρμογής, ενώ έπρεπε και πολύ μεγαλύτερα να είναι και να μπορούν να εφαρμόζονται στο διηνεκές. Ακόμα πιο ασήμαντος είναι ο ρόλος των ΕΣΠΑ. Η ποσοτική χαλάρωση, όπως έχει δείξει η εμπειρία από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, δεν είναι τέτοιου τύπου μέτρο: το μόνο που κάνει είναι να αυξάνει τις καταθέσεις των πλουσίων...

Δ. Λένης, Εκτός Γραμμής

Αξιολογήστε το άρθρο 
3 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
«Πρώτη<2345678910>Τελευταία»

Σχετικά με το blog
# Οταν οι ανθρωποι κανουν σχεδια ο Θεος γελαει.
# Για το παιχνίδι στα χρηματιστήρια: "Πρόκειται για μια δραστηριότητα που απαιτεί λίγο χρόνο και σου επιτρέπει, διατρέχοντας κάποιο μικρό κίνδυνο, να απαλλάξεις τον εχθρό σου από τα χρήματά του".


Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις